Η ιστορία του Μινιόν...

Υπήρξε για δεκαετίες το «μεγαλύτερο μεγάλο κατάστημα» και ίσως ο πιο αγαπημένος προορισμός των Αθηναίων, οι οποίοι κάθε Χριστούγεννα, τις δεκαετίες ’70 και ’80, συνέρρεαν με τα παιδιά τους στο πιο λαμπρό στολίδι της Χριστουγεννιάτικης Αθήνας, που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από πολυκαταστήματα στις μεγαλύτερες μητροπόλεις του κόσμου. Για το Μινιόν ο λόγος, του οποίου η ιστορία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το ελληνικό εμπόριο. 

Με αφορμή λοιπόν την είδηση για την επαναλειτουργία του, μέσα στο 2023, αλλά και λόγω των ημερών, ας ανατρέξουμε πίσω στο χρόνο για να μάθουμε την ιστορία αυτού του εμβληματικού καταστήματος.

Η πορεία ενός χωριατόπαιδου...

Το Μινιόν υπήρξε δημιούργημα ενός φτωχού χωριατόπαιδου, του Ιωάννη Γεωργακά, ο οποίος έμελλε να εξελιχθεί σε μια από τις πλέον εμβληματικές επιχειρηματικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης Ελλάδας. Γεννημένος το 1913 σε χωριό της Ολυμπίας, από πάμφτωχη οικογένεια, ο Γεωργακάς στα 13 του καταφθάνει μόνος στην Αθήνα για να αναζητήσει καλύτερη τύχη. Τα επόμενα χρόνια θα εργαστεί στο μπακάλικο ενός θείου του, ως σερβιτόρος στην πλατεία Βάθης, σε πρατήριο τσιγάρων και ως τσιλιαδόρος ενός παπατζή.

Διψώντας για γνώση, γράφεται σε νυχτερινό σχολείο για εμποροϋπαλλήλους – στη διάρκεια της ζωής του θα αποκτήσει δύο πανεπιστημιακά διπλώματα, ένα στα 45 και ένα στα 83 του χρόνια. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας δουλεύει ως πλασιέ με το ποδήλατό του, προμηθεύοντας με μικροπράγματα τα περίπτερα.

Ο νεαρός θα γοητευτεί από ένα περίπτερο στα Χαυτεία, το Μινιόν (από το ομηρικό ‘’μινύος’’ που σημαίνει πολύ μικρός), το οποίο διέφερε από τα υπόλοιπα, αφού διέθετε μια ευρεία γκάμα προϊόντων, όπως τσιγάρα, εφημερίδες, στυλό, γυαλιά, είδη καπνού και κάθε λογής χρηστικά μικροαντικείμενα. Κάπου εδώ ξεκινάει η επιχειρηματική δράση του Γεωργακά, ο οποίος πείθει τον ιδιοκτήτη του Μινιόν, Άγγελο Σεραφειμίδη, άρτι αφιχθέντα από Αμερική, να συνεταιριστούν.

Οι δύο συνεταίροι υιοθετούν πρωτοποριακές πρακτικές για να προσελκύσουν πελατεία. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε αρκετά αργότερα στην αυτοβιογραφία του: «Πουλούσαμε πακετάκια με δέκα λάμες, αντί να πουλάμε ένα ένα τα ξυραφάκια, σε καλές τιμές. Για τον κοσμάκη, αυτό ήταν μεγάλη οικονομία. Φθάσαμε να πουλάμε χίλια πακετάκια τη μέρα!». Σύντομα θα ανοίξουν ένα ακόμη περίπτερο και λίγο αργότερα το πρώτο τους κατάστημα, στα Χαυτεία.

Ενα πολυκατάστημα γεννιέται...

Μετά τον πόλεμο, οι δύο συνεταίροι είναι έτοιμοι για το μεγάλο άλμα, ανοίγοντας το 1944 το Μινιόν στην Πατησίων. Όμως ο Γεωργακάς θα μείνει μόνος, αφού ο Σεραφειμίδης αναχωρεί στην Αμερική. Αυτό, βέβαια, δεν θα πτοήσει τον φιλόδοξο επιχειρηματία, ο οποίος σύντομα θα ξεδιπλώσει το επιχειρηματικό του ταλέντο.

Παρά τη λεηλασία του καταστήματός του από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, την εμφάνιση, ακριβώς απέναντι, του πρώτου ανταγωνιστή, του «Μπιζού», το οποίο αντιγράφει τις μεθόδους του Μινιόν, αλλά και την προσπάθεια σπίλωσης του προσώπου του με την κατηγορία της προδοσίας, ο Γεωργακάς θα συνεχίσει απρόσκοπτα το έργο του. Ζητάει και παίρνει άδεια εξαγωγής ελληνικών και εισαγωγής ξένων προϊόντων, ενώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50 θα αγοράσει ένα δεκαώροφο κτίριο, πάντα κοντά στην Ομόνοια, και λίγο μετά αγοράζει και το διπλανό του.

Η δικτατορία βρίσκει το Μινιόν να είναι το μεγαλύτερο κατάστημα της Αθήνας και με σημαντική κερδοφορία, με τον ιδρυτή του, τις ημέρες του Πολυτεχνείου, να προσφέρει καταφύγιο σε δεκάδες φοιτητές που προσπαθούν να ξεφύγουν τη σύλληψη, δίνοντάς τους να φορέσουν ρούχα υπαλλήλων του καταστήματος.

Τη δεκαετία του ’70, το Μινιόν έχει πια μετατραπεί σε ένα τεράστιο σύγχρονο πολυκατάστημα, το ενδέκατο μεγαλύτερο σε μέγεθος σε όλη την Ευρώπη, με ετήσιες πωλήσεις που προσεγγίζουν το ένα δισεκατομμύριο δραχμές. Αναδεικνύεται σε σήμα κατατεθέν της πρωτεύουσας, όπου κάποιος θα μπορούσε να βρει -σε προσιτές τιμές- από καρφίτσες και τρόφιμα μέχρι ηλεκτρονικά και αυτοκίνητα, ενώ αναμφίβολα καταφέρνει να συνδεθεί με τις πιο όμορφες στιγμές στη ζωή των Αθηναίων.

Ο απόλυτος χριστουγεννιάτικος προορισμός...

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στις γιορτές πλήθη κόσμου, υπό τους διαφημιστικούς ήχους του «Χριστούγεννα στο Μινιόν», συρρέουν για να φωτογραφηθούν με τον Άγιο Βασίλη, να παρακολουθήσουν θεατρικές παραστάσεις και happenings αλλά και να γνωρίσουν τον ευγενέστατο κύριο, τον ίδιο τον ιδρυτή, που ήταν πάντα εκεί μοιράζοντας σοκολάτες στα παιδιά.

Το εμβληματικό πολυκατάστημα ήταν το πρώτο που εισήγαγε την ιδέα του Άγιου Βασίλη που μοιράζει δώρα στα παιδιά. Όπως δήλωσε πριν δύο χρόνια η σύζυγος του ιδρυτή: «Είχε έρθει μέσω της αεροπορικής TWA και, από το αεροδρόμιο μέχρι την είσοδό του στο κατάστημα, είχε οργανωθεί ολόκληρη πομπή. Γινόταν χαλασμός... Είχαμε πάρει ειδική άδεια γι' αυτό, το άρμα του Άι Βασίλη, την παρέλαση μπροστά από το άρμα και τα πούλμαν με τα παιδάκια που το ακολουθούσαν. Ο Άγιος Βασίλης μέσα από ένα convertible μοίραζε σοκολάτες».

Οι αμέτρητες καινοτομίες...

Βέβαια, για να τα καταφέρει όλα αυτά, ο Γεωργακάς είχε αποδείξει ότι ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Δεν ήταν τυχαίο ότι το Μινιόν ήταν το πρώτο κατάστημα που καθιέρωσε τις ετήσιες εκπτώσεις, κατήργησε τα παζάρια θέτοντας καθορισμένες τιμές, καθιέρωσε τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, εγκατέστησε κυλιόμενες σκάλες, χρησιμοποίησε Η/Υ, εισήγαγε τη λίστα αγορών και τη λίστα γάμου, εγκατέστησε κλιματιστικό και λειτούργησε στις εγκαταστάσεις του κομμωτήριο, καφετέρια, εστιατόριο, μπαρ, ακόμα και ταξιδιωτικό γραφείο.

Η αρχή του τέλους...

Όμως, η επιτυχία του Μινιόν και του ιδρυτή του κάποια στιγμή θα έφθανε στα όριά της. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων του 1980, όταν ένας εμπρησμός θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την πτώση του ιστορικού ονόματος, αλλά και την απαξίωση του ιστορικού και εμπορικού κέντρου.

Η καταστροφή είναι ολοσχερής, πάνω από δύο δισεκατομμύρια δραχμές υπολογίστηκαν οι ζημιές (το κατάστημα ήταν ασφαλισμένο για 200.000 εκατ.), όμως ο Γεωργακάς αρνείται να κηρύξει πτώχευση και ξαναφτιάχνει το «παιδί του» με τη βοήθεια των υπαλλήλων του και την αμέριστη αγάπη του κόσμου.

Το νέο Μινιόν σε χρόνο ρεκόρ θα αναγεννηθεί κυριολεκτικά από τις στάχτες του, όμως τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Το 1983 περνάει στα χέρια τού κράτους, αφού εντάχθηκε στις λεγόμενες ‘’προβληματικές επιχειρήσεις’’, όμως εξακολουθεί να παραμένει στάσιμο σε μια εποχή όπου οι εξελίξεις είναι ραγδαίες, καθώς κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα shop in shop καταστήματα, που αλλάζουν την εικόνα του λιανεμπορίου.

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, ο Γεωργακάς, μαζί με μια ομάδα επιχειρηματιών, αποκτά ξανά, το 1991, τον έλεγχο του «παιδιού» του (ο ίδιος ήταν άκληρος – όπως είχε πει «όλα τα παιδιά που έρχονται στο Μινιόν είναι παιδιά μου»). Ένα χρόνο μετά, όμως, καταπονημένος σωματικά και ψυχικά και σε προχωρημένη ηλικία, στα 79 του, αποφασίζει να αποχωρήσει πουλώντας το μερίδιό του. Το Μινιόν, που πλέον αδυνατεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, αρχίζει να απευθύνεται σε ένα διαφοροποιημένο κοινό, με ελαφρώς αυξημένες τιμές.

Αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τα πιο φθηνά καταστήματα, κυρίως τον Λαμπρόπουλο, και έχοντας να αντιμετωπίσει μια σειρά από δυσμενείς καταστάσεις, όπως προβλήματα ρευστότητας, κακές σχέσεις με προμηθευτές, αλλά και την αποκάλυψη κυκλώματος εκβιασμών, που λειτουργούσε στον ημιώροφο, το «μεγαλύτερο μεγάλο κατάστημα», που στην εποχή της ακμής του θα απασχολούσε 1.000 υπαλλήλους και θα διέθετε 120.000 διαφορετικά είδη, θα έβαζε λουκέτο το 1998. 

Ο σκαπανέας του ελληνικού εμπορίου, ο επιχειρηματίας που μόχθησε ως το τέλος της ζωής του και επέδειξε κοινωνική ευαισθησία και ήθος, σπάνια χαρίσματα στην εποχή μας, απεβίωσε το 2002 σε ηλικία 90 ετών.

Με πληροφορίες από το Επιχειρείν αλά ελληΝΙΚΑ


Νεότερη Παλαιότερη
Protopapadakis-biblia