Υπήρξε για δεκαετίες ένα από τα πλέον εμβληματικά καταστήματα του ιστορικού κέντρου, στην Ομόνοια. Ο λόγος για τον Δραγώνα, ο οποίος με σλόγκαν το «ό,τι θέλει ο λαός, στου Δραγώνα ασφαλώς», σφράγισε όσο λίγα καταστήματα την εμπορική ζωή της Αθήνας.


Όλα ξεκίνησαν στα τέλη του 19ου αιώνα, στον Πειραιά, όταν ο Γιώργος Δραγώνας, από την Ζάκυνθο, ανοίγει ένα κατάστημα που εμπορευόταν βαλίτσες, καπέλα κ.ά. Μέχρι το 1903 θα έχει εξελιχθεί στο μεγαλύτερο κατάστημα ανδρικών ειδών στην πόλη.

Το κατάστημα, απευθυνόμενο στους επιβάτες των καραβιών και στους μετανάστες που έφευγαν για τα ξένα, λειτουργεί όλο το 24ωρο. Αντιλαμβανόμενος τη δύναμη του branding και της διαφήμισης, αναρτά διαφημίσεις στα κάρα που μεταφέρουν εμπορεύματα στο κατάστημα και ζητά από τους αμαξάδες να κάνουν βόλτες στην πόλη, ώστε οι ντόπιοι να εξοικειωθούν με τη φίρμα του μαγαζιού.

Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η Αθήνα και συγκεκριμένα η Αιόλου, ένας από τους πρώτους δρόμους που ασφαλτοστρώθηκαν και ως εκ τούτου ένας εκ των πιο εμπορικών της Αθήνας. Στη συμβολή λοιπόν με την οδό Σοφοκλέους, απέναντι ακριβώς από τον «Λαμπρόπουλο» και κοντά σε άλλα 14 μαγαζιά που πουλούσαν καπέλα, ανοίγει το 1910 τις πόρτες του ο νέος Δραγώνας, ένα μεγαλοπρεπές κτήριο που ενσωμάτωνε πρωτοποριακές ιδέες – είναι χαρακτηριστικό ότι οι κούκλες ήταν από γύψο, όπως και τα ζωγραφιστά μαλλιά τους. 

Ο Δραγώνας τοποθετεί έξω από 135 αίθουσες αφίσες που αναγράφουν: «Ό,τι θέλει ο λαός, στου Δραγώνα ασφαλώς». Η επιχείρηση εμπλουτίζει την προϊοντική της γκάμα, ενώ αναπτύσσει και εξαγωγική δραστηριότητα. Στην χρυσή εποχή της διοργανώνει επιδείξεις μόδας και εστιάζει στα παιχνίδια, που φιλοξενούνται στον πέμπτο όροφο του πολυκαταστήματος, όπου διοργανώνονται διαγωνισμοί παιδικής δημιουργικότητας που εξασφαλίζουν δωροεπιταγές σημαντικής αξίας στους νικητές.


Στα χρόνια του μεσοπολέμου ο Δραγώνας καθιερώνει την «εβδομάδα υπολοίπων», έναν πρωτόλειο θεσμό των εκπτώσεων, με τον κόσμο να σχηματίζει ουρά για να κάνει τις αγορές του. Με τα χρόνια το κατάστημα επεκτείνεται, προσελκύοντας, ιδιαίτερα τις γιορτές, χιλιάδες Αθηναίων που έρχονται για να ψωνίσουν και να χαζέψουν τις στολισμένες βιτρίνες.

Τον Απρίλιο του 1941 και ενώ η επιχείρηση έχει περάσει στα χέρια του ενός γιου, του νεαρού Λέανδρου Δραγώνα, το κατάστημα στην Ακτή Μιαούλη καταστρέφεται ολοσχερώς με τον βομβαρδισμό του Πειραιά. Την εποχή εκείνη καθιερώνονται τα άκρως επιτυχημένα «πακέτα Δραγώνα», που είχαν μέσα δύο ζευγάρια μάλλινες κάλτσες, γάλα και παπούτσια, κασκόλ και άλλα είδη, τα οποία έπαιρναν οι μητέρες και τα έστελναν στα παιδιά τους στο μέτωπο. 

Το 1945 πεθαίνει ο ιδρυτής, Γιώργος Δραγώνας, μη γνωρίζοντας ότι στον πόλεμο έχει χάσει τον ένα του γιο (είχε χάσει έναν παιδί ακόμα, το 1924, τον 19χρονο Σόλων).

Τα χρόνια που ακολουθούν είναι δύσκολα, παρ’ όλα αυτά ένα νέο κατάστημα ανοίγει, το 1973, στον Πειραιά, χωρίς ωστόσο να μπορεί να επαναλάβει την επιτυχία του πρώτου. Το δε κατάστημα της Αιόλου εκσυγχρονίζεται: βάζει κυλιόμενες σκάλες, καθιερώνει το roof garden, ενώ δημιουργείται και μπαρ προκειμένου οι επισκέπτες να ξεδιψούν και κατόπιν να συνεχίζουν τα ψώνια τους.


Ωστόσο, σύντομα το ιστορικό κέντρο θα απαξιωθεί και αιτία θα είναι μια σειρά από εμπρησμούς, που έμειναν ανεξιχνίαστοι. Στις 19 Δεκεμβρίου 1980, καίγονται συθέμελα «Μινιόν» και «Κατράντζος», ενώ την ίδια τύχη έχουν, στις 3 Ιουνίου 1981, ο «Κλαουδάτος» στην πλατεία Κοτζιά και το «Ατενέ» στη Σταδίου. Ο κύκλος κλείνει τον Ιούλιο του 1981 με τον εμπρησμό στα «Καταστήματα Δραγώνα» στην Αιόλου και του «Λαμπρόπουλου» στον Πειραιά.

Η καταστροφή στον Δραγώνα δεν ήταν ολοσχερής, με αποτέλεσμα σε λίγο καιρό να προσπαθήσει ξανά να σταθεί στα πόδια του. Τίποτα όμως δεν είναι πια το ίδιο. Εχοντας λάβει ελάχιστα χρήματα για αποζημίωση, τα οποία κατέληξαν στους 600 ανθρώπους που έμειναν στο δρόμο (ο Λέανδρος Δραγώνας δεν ήθελε να τους αφήσει απλήρωτους), η επιχείρηση δεν θα καταφέρει να ορθοποδήσει ποτέ, ρίχνοντας τίτλους τέλους το 1987, μετά από 91 χρόνια λειτουργίας.