H Mary Kay Ash θεωρείται η «μητέρα του network marketing» (δικτυακό μάρκετινγκ), αν και αυτό προϋπήρχε (με κύριους εκφραστές την Avon, τα Tupperware και την Amway) πολύ πριν το 1963, όταν ίδρυσε τη δική της εταιρεία καλλυντικών. Η απόφασή της να ιδρύσει την εταιρεία Mary Kay Cosmetics ήρθε μετά από μία «ταπείνωση», όταν, εκεί που εργαζόταν, έχασε την προαγωγή από έναν άνδρα τον οποίο η ίδια είχε εκπαιδεύσει.


To δικτυακό μάρκετινγκ στηρίζεται στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου δικτύου διανομέων-πωλητών, οι οποίοι προωθούν τα προϊόντα στην αγορά (οι πιο επιτυχημένοι από αυτούς δημιουργούσαν τη δική τους ομάδα πωλήσεων), ακολουθώντας συχνά το επιτυχημένο μοντέλο  των Tupperware parties ή τις πωλήσεις από πόρτα σε πόρτα.

H Mary Kay Ash (1918-2001), ωστόσο, το εξέλιξε, καθώς αναβάθμισε τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία (η ίδια συνήθιζε να λέει: «So many women just don’t know how great they really are») εντάσσοντάς την στην αγορά εργασίας με ένα ευέλικτο ωράριο και με πληθώρα παροχών – πέρα από τις υψηλότερες προμήθειες που ελάμβαναν, οι καλύτερες από αυτές, που είχαν ανέβει στην ιεραρχία, ανταμείβονταν με μία… ροζ Cadillac (τα αυτοκίνητα αυτά θα εξελίσσονταν σε σήμα-κατατεθέν της εταιρείας, λειτουργώντας ως κινητή διαφήμιση).


Αφού λοιπόν παραιτήθηκε και έχοντας στην πλάτη της 25 χρόνια εμπειρίας στον χώρο των καλλυντικών (και 5.000 δολάρια στη άκρη) ξεκίνησε, ένα μόλις μήνα μετά το θάνατο του δεύτερου άνδρα της, την εταιρεία της -με εννέα πωλήτριες- στο Dallas

Η κίνηση-ματ ωστόσο, που θα την διαφοροποιούσε από τον ανταγωνισμό, ήταν η παροχή γενναίων κινήτρων, με αιχμή του δόρατος την ροζ Cadillac που κέρδιζαν οι πιο επιτυχημένες «κόρες» της (όπως αποκαλούσε τις πωλήτριες της). Η ίδια πρέσβευε ότι το κλειδί της επιτυχίας ήταν η αναγνώριση.

Η επιτυχία ήταν άμεση. Μέσα σε ένα χρόνο, η εταιρεία της απασχολούσε 21 διευθύντριες πωλήσεων, ενώ το 1965 οι πωλήσεις έφθασαν τα 2 εκατ. δολάρια. Το 2015, έχοντας ήδη συμπεριληφθεί στη λίστα του Fortune 500 με τις 100 καλύτερες επιχειρήσεις για να εργαστεί κάποιος αλλά και στο βιβλίο του Forbes με τις καλύτερες επιχειρηματικές ιστορίες όλων των εποχών, η εταιρεία -που μέχρι το 2017 είχε δώσει δουλειά σε 3,5 εκατ. γυναίκες, είχε πωλήσεις 3,7 δις. δολαρίων.