Το 1976, ο Στιβ Ουόζνιακ ξόδευε τον χρόνο του προσπαθώντας να κατασκευάσει ένα µικρό και εύκολο στη χρήση ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος θα ήταν µικρότερος από µια φορητή γραφοµηχανή, αλλά µε σαφώς µεγαλύτερες δυνατότητες. Όταν τα κατάφερε, ο νεαρός προγραμματιστής της Hewlett-Packard πήρε τον υπολογιστή για να τον δείξει στους συμφοιτητές του. Τότε, ένας φίλος του, ο Στιβ Τζοµπς, του πρότεινε να τον εκµεταλλευτούν εµπορικά.

Οι δύο νέοι, έχοντας τη διαβεβαίωση από τοπικό κατάστηµα µε ηλεκτρονικά ότι θα αγόραζε 50 υπολογιστές, πούλησαν ό,τι πιο πολύτιµο είχαν (ο Τζοµπς ένα µίνι βαν και ο Ουόζνιακ ένα επαγγελµατικό κομπιούτερ) και κατάφεραν, μαζί με τον Ρόναλντ Γέιν (που αποσύρθηκε ένα χρόνο μετά πουλώντας το μερίδιό του για μόλις 800 δολάρια), να συγκεντρώσουν 1.300 δολάρια και να αρχίσουν την παραγωγή στο γκαράζ του Τζοµπς.

Ο νέος υπολογιστής, που βγήκε στην αγορά την πρωταπριλιά του 1976, κόστιζε 666,66 δολάρια, απευθυνόταν σε «κομπιουτεράδες» και ονοµάστηκε Apple Ι (μήλο), επιλογή του Τζοµπς (ο συνεργάτης του επιθυμούσε πιο εκλεπτυσμένες ονομασίες) που είχε κάποτε εργαστεί σε περιβόλι µε µήλα. 

Apple ήταν και το όνοµα της αγαπηµένης δισκογραφικής εταιρείας του Τζοµπς, το οποίο, συν τοις άλλοις, θα βρισκόταν στον τηλεφωνικό κατάλογο πιο πάνω από την καταχώριση της Atari.

Το αρχικό λογότυπο απεικόνιζε τον Ισαάκ Νεύτωνα να ρεµβάζει κάτω από µια µηλιά – εξ ου και η επιλογή του µήλου. Επειδή, όµως, το περίγραµµα του φρούτου έµοιαζε περισσότερο µε πορτοκάλι, προτιµήθηκε η δαγκωµένη εκδοχή βαµµένη στα χρώµατα του ουράνιου τόξου.