Η πρώτη γνήσια αλυσίδα γρήγορου φαγητού στην Αμερική ήταν, τη δεκαετία του ’50, τα McDonalds, τα οποία είχαν δημιουργήσει μία «έξυπνη γραμμή συναρμολόγησης» χάρη στην οποία θα μπορούσαν να παρασκευαστούν σε μικρό χρονικό διάστημα και με σχετικά χαμηλό κόστος burger, τηγανιτές πατάτες και milk shakes.

Όταν αργότερα ο Ray Kroc, ένας πωλητής πολυμίξερ, εξαγόρασε την αλυσίδα από τα δύο αδέρφια McDonald, ανέπτυξε µια φιλοσοφία εστιατορίων που απευθύνονταν στις οικογένειες με μικρά παιδιά, όπου παρείχε γρήγορο σέρβις, καθαρό περιβάλλον και φθηνές τιµές.

Ο ίδιος προσλάμβανε μόνο κολεγιόπαιδα που διακατέχονταν από ομαδικότητα, που έκαναν μία συγκεκριμένη δουλειά (το μενού εκείνα τα χρόνια είχε περιορισμένο αριθμό πιάτων) και ήταν ντυμένα σε μία άσπρη στολή (δεν προσλάμβανε κοπέλες για αποθαρρύνει τους εφήβους να επισκέπτονται τα καταστήματά του).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, οι πωλήσεις των McDonalds παρέμεναν στάσιμες. Ηταν πλέον φανερό ότι οι περιορισμένες επιλογές «κούρασαν» το κοινό, που αναζητούσε κάτι καινούριο. Ο Kroc δεν θα αργήσει να αντιληφθεί το πρόβλημα, βγάζοντας στην αγορά διάφορα επιδόρπια ακόμα και ένα burger χωρίς κρέας, τα οποία όμως απέτυχαν παταγωδώς.

Τα επόμενα χρόνια, έχοντας μάθει το μάθημά του, ο Kroc ερχόνταν συχνά σε ρήξη με franchisees, που ζητούσαν να προσθέσουν νέες γεύσεις. Ένα αυτούς ήταν ο Jim Delligatti, εκ των παλαιοτέρων συνεργατών, ο οποίος είχε μια ιδέα: να εισαγάγει ένα μεγάλο, δίπατο burger, προκειμένου η αλυσίδα να σταθεί με αξιώσεις έναντι του ανταγωνισμού.

Όπως ο ίδιος δήλωσε αργότερα, η αμερικάνικη εταιρεία αρχικά δεν θεώρησε το Big Mac καλή ιδέα, θεωρώντας ότι το παραδοσιακό burger (burger, πατάτες και milkshake) ήταν άκρως επιτυχημένο. Για το λόγο αυτό, απαίτησε, εν έτει 1967, να το διαθέσει δοκιμαστικά (test marketing) μόνο από ένα κατάστημα (αρχικά ζήτησε τα ψωμάκια να είναι το ίδιο μέγεθος με αυτά που χρησιμοποιούσε για άλλα προϊόντα, ωστόσο σύντομα θα αντιλαμβανόταν ότι ένα τέτοιο burger δεν θα μπορούσε να φαγωθεί χωρίς να διαλυόταν σε κομμάτια).

Δύο μπιφτέκια, ειδική σάλτσα (δικής του εμπνεύσεως), μαρούλι, τυρί, τουρσί, κρεμμύδια, μέσα σε ένα σουσαμένιο ψωμάκι. Αυτά διέθετε το πρώτο Big Mac όταν βγήκε στην αγορά στις 22 Απριλίου 1967. Τα αποτελέσματα ήταν άκρως ενθαρρυντικά, με πολλούς franchisees να ζητούν να το εντάξουν στην προϊοντική τους γκάμα. Ένα χρόνο μετά, η εταιρεία παίρνει τη γενναία απόφαση να το τεστάρει και σε άλλες περιοχές της Αμερικής, όπου διαπίστωσε ότι οι πωλήσεις θα αυξάνονταν κατά 10%.

Μέχρι το 1968 το Big Mac θα έμπαινε στο μενού όλων των McDonald’s στην Αμερική, υποστηριζομένο από έντονη διαφημιστική καμπάνια - οι διαφημίσεις έφεραν τα σλόγκαν: «ένα γεύμα μεταμφιεσμένο σε σάντουιτς» και «ανοίξτε διάπλατα το στόμα και πείτε Ααααα!», ενώ ο διαγωνισμός που έτρεξε ζητούσε από τους χρήστες να πουν όλα τα συστατικά του burger μέσα σε τέσσερα δευτερόλεπτα, προκειμένου να κερδίσουν ένα δωρεάν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εμπνευστής του Big Mac, το οποίο έχει πουλήσει 900 εκατ. τεμάχια μέχρι τις μέρες μας, δεν πήρε ούτε ένα σεντ με τη μορφή δικαιωμάτων για την ανακάλυψή του… Την ίδια τύχη είχε και η Esther Glickstein Rose, η 21χρονη τότε γραμματέας της εταιρείας στο διαφημιστικό τμήμα, η οποία πρότεινε το εν λόγω όνομα (οι άλλες δύο προτάσεις ήταν το Aristocrat και το Blue Ribbon Burger).

Μολονότι το όνομα Big Mac αντιμετωπίσθηκε αρχικά με σαρκασμό από πολλά στελέχη της εταιρείας, εντούτοις θα εξελισσόταν σε χρυσωρυχείο για τα McDonalds, τα οποία αναγνώρισαν το 1985 την Glickstein ως τον άνθρωπο που επινόησε το όνομα (μια τιμητική πλάκα και ένα ευχαριστήριο σημείωμα ήταν η ανταμοιβή της…).