Το 1925, παραμονές ενός κρίσιμου αγώνα τένις, ο Ρενέ Λακόστ και οι συναθλητές του περιδιαβαίνουν στους εμπορικούς δρόμους της Βοστώνης, όταν κοντοστέκονται στην κομψή βιτρίνα ενός καταστήματος ταξιδιωτικών ειδών, με το βλέμμα τους να καθηλώνεται σε μια περίτεχνη βαλίτσα από δέρμα κροκοδείλου. Τότε ο επιτυχημένος τενίστας, με δύο κατακτήσεις του τουρνουά Γουίμπλετον στην καριέρα του, έβαλε στοίχημα με τον αρχηγό της γαλλικής αποστολής ότι, αν νικούσε τον αντίπαλό του, θα κέρδιζε τη βαλίτσα.
lacoste-logo

Εν τέλει, ο Λακόστ έχασε το παιχνίδι, όμως ένας Αμερικάνος δημοσιογράφος έγραψε: «Ο νεαρός δεν κέρδισε τη βαλίτσα από δέρμα κροκόδειλου, πάλεψε όμως ως αληθινός κροκόδειλος». Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, η ρώμη, η σωματική αντοχή, η νηφαλιότητα και η επιμονή του γνωστού ερπετού έγιναν συνώνυμα του Λακόστ.
Δύο χρόνια μετά, ένα φίλος του Γάλλου τενίστα σχεδίασε και του δώρισε μια υφασμάτινη μινιατούρα κροκοδείλου, την οποία ο Λακόστ κέντησε στο μπλέιζερ που φορούσε πάντα στους αγώνες. Μετά από ένα ταξίδι στο Λονδίνο, ο «κροκόδειλος» αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στον επιχειρηματικό στίβο αντικαθιστώντας τα κλασικά μακρυμάνικα μπλουζάκια με τη στενή λαιμόκοψη που φορούσαν οι αθλητές, με μια σειρά νέων, πιο άνετων, που απορροφούσαν τον ιδρώτα και αγκάλιαζαν απαλά το σώμα, παίρνοντας το σχήμα του.
Το 1933, έχοντας πια αποσυρθεί από τα κορτ, εμπιστεύτηκε στον ιδιοκτήτη του μεγαλύτερου εργοστασίου πλεκτών ειδών στη Γαλλία την παραγωγή της δημιουργίας του, στην οποία φυσικά θα βρίσκονταν σε περίοπτη θέση το πράσινο κροκοδειλάκι. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της ένδυσης, που το λογότυπο θα εμφανιζόταν πάνω στο ρούχο και δεν θα είναι κρυμμένο πίσω από το γιακά.