Στο Πλωμάρι της Λέσβου, σε ένα νησί με παράδοση στο εμπόριο από αρχαιοτάτων χρόνων, έμελλε να δραστηριοποιηθεί εμπορικά ο γηγενής Δημήτριος Παπουτσάνης, διακεκριμένος δημότης της μικρής αυτής πόλης, ο οποίος ίδρυσε εκεί μία από τις πλέον μακροβιότερες ελληνικές βιομηχανίες, η οποία θα μάθαινε τους Έλληνες τι εστί προσωπική περιποίηση, αναζωογόνηση και φροντίδα.
 Έχοντας αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία και τεχνογνωσία από τη Σμύρνη, εν έτει 1870, ο Δημήτριος Παπουτσάνης στήνει στο Πλωμάρι το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής ελαιόλαδου με μηχανήματα ατμού. Για πολλά, όμως χρόνια, μέχρι την αλλαγή του αιώνα, η ‘’Π.Δ. Παπουτσάνης’’ θα αντιμετωπίσει ουκ ολίγες δυσκολίες και θα εξακολουθήσει να παραμένει μια μικρή βιοτεχνία.
   Παράλληλα με το εκλεκτό ελαιόλαδο, θα στραφεί και στην παραγωγή πράσινου σαπουνιού για το πλύσιμο των ρούχων, σε μικρές, βέβαια, ποσότητες, αφού τα νοικοκυριά της τότε εποχής λειτουργούσαν μάλλον ανταγωνιστικά παρασκευάζοντας τα ίδια τα δικά τους σαπούνια προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους.
  Η οικονομική απογείωση της εταιρείας θα ξεκινήσει στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, όταν οι τρεις γιοι του ιδρυτή μεταφέρουν την εταιρεία από τη Λέσβο και την Κωνσταντινούπολη, όπου διέθεταν γραφεία, στον Πειραιά, αναπτυσσόμενο τότε εμπορικό κόμβο της Μεσογείου. Εκεί ιδρύουν το 1913 το πρώτο εργοστάσιο αποκλειστικής παραγωγής σαπουνιού στην Ελλάδα, στο οποίο θα απασχοληθούν, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεκάδες πρόσφυγες.
   Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων θα δώσει ισχυρή ώθηση στην ‘’Π.Δ. Παπουτσάνης’’, η οποία παρουσιάζει στην αγορά το περίφημο ‘’καραβάκι’’, ένα σαπούνι που θα γνώριζε απίστευτη και διαχρονική επιτυχία, ενώ σταδιακά επεκτείνεται και σε άλλους κλάδους, όπως των καλλυντικών και των χημικών. Την ίδια στιγμή αρχίζει να εμφανίζει αξιόλογη εξαγωγική δραστηριότητα, κυρίως στις αγορές της Αμερικής, της Ισπανίας, της Κύπρου και της Μέσης Ανατολής – σήμερα, η εταιρεία έχει παρουσία, διαθέτοντας μια ευρεία γκάμα προϊόντων, σε 32 χώρες του εξωτερικού.
   Στη δεκαετία του ’70 και ενώ η ιστορική εταιρεία έχει καθιερωθεί ανάμεσα στις πιο υγιείς και κερδοφόρες της χώρας μας, σημειώνονται μια σειρά από εξαγορές εταιρειών με ετερόκλητα αντικείμενα, αλλά και ανακατατάξεις στο εσωτερικό της εταιρείας, η οποία σταδιακά καταλήγει στην οικογένεια Δαυίδ, με τους απόγονους του ιδρυτή να έχουν πλέον τυπική συμμετοχή στις εταιρικές αποφάσεις.
   Στην αυγή του 21ου αιώνα φαίνεται ότι η ανάπτυξη του ‘’Παπουτσάνη’’, που πλέον ανήκει στον ομίλο ‘’Plias’’, έχει φθάσει στα όριά της. Μαζί με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου και εξαιτίας μιας σειράς άστοχων επιχειρηματικών κινήσεων, θα αρχίσει η πτώση, αφού σύντομα τα κέρδη θα μετατραπούν σε ζημιές. Ενδεικτική της αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον της εταιρείας ήταν το γεγονός ότι οι μετοχές της, που είχαν εισαχθεί στο ελληνικό Χρηματιστήριο από το 1972, μπαίνουν σε καθεστώς επιτήρησης.
   Σήμερα, η ιστορική εταιρεία ‘’Παπουτσάνης’’, η οποία εξακολουθεί να είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός σαπουνιών και καλλυντικών προϊόντων στην Ελλάδα, δείχνει να ξεπερνάει τις συμπληγάδες του υπερβολικού δανεισμού και των σημαντικών ζημιών και να πατάει ξανά γερά στα πόδια της, προκειμένου να ενισχύσει περαιτέρω τη θέση της στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

   Αρωγό σ’ αυτή την προσπάθεια, πέρα από τα ιστορικά προϊόντα της με τα οποία μεγάλωσαν γενιές και γενιές Ελλήνων καταναλωτών, έχει το νέο υπερσύγχρονο εργοστάσιο στη Ριτσώνα, που είναι το μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής σαπουνιού στα Βαλκάνια και ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη.