Πολλοί επιχειρηματίες ξεκινούν ταπεινά. Με κόπο, επιμονή και αμέτρητες ώρες προσωπικής εργασίας χτίζουν μια επιχείρηση που γίνεται κομμάτι της ζωής τους. Στα πρώτα βήματα γνωρίζουν τους εργαζομένους με το μικρό τους όνομα, περνούν καθημερινά από την παραγωγή, ελέγχουν οι ίδιοι τις διαδικασίες, δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη. Η επιτυχία, όμως, φέρνει μαζί της έναν ύπουλο πειρασμό: την απομάκρυνση.
Όταν «πιάσουν την καλή», πολλοί επιχειρηματίες ζαλίζονται από την επιτυχία και στρέφουν την προσοχή τους περισσότερο στην εικόνα παρά στην ουσία. Ακριβά αυτοκίνητα, επώνυμα ρούχα, κοσμικές εμφανίσεις, εντυπωσιακά πάρτι. Η δημόσια εικόνα, όπως και η αύξηση των πωλήσεων, γίνεται προτεραιότητα. Το γραφείο τους μετατρέπεται σε αποστειρωμένο κέντρο διοίκησης, μακριά από τη σκόνη της παραγωγής και το θόρυβο των μηχανών. Οι συναντήσεις με το προσωπικό αραιώνουν, η άμεση επαφή χάνεται, και η καθημερινότητα της επιχείρησης φιλτράρεται μέσα από αναφορές τρίτων.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο λάθος. Η επιχείρηση δεν είναι μόνο αριθμοί, καταστάσεις εσόδων/εξόδων και ισολογισμοί. Είναι άνθρωποι, διαδικασίες, ευθύνες. Ιδίως όταν πρόκειται για βιομηχανική παραγωγή, η επαφή με τους ανθρώπους πρώτης γραμμής και η τήρηση των κανόνων ασφαλείας δεν είναι τυπική υποχρέωση, αλλά ζήτημα ζωής και θανάτου. Ένας ιδιοκτήτης που δεν κατεβαίνει ποτέ στο εργοστάσιο, που δεν συνομιλεί με εργαζόμενους, που δεν βλέπει με τα μάτια του αν τηρούνται τα μέτρα, σταδιακά χάνει τον έλεγχο της πραγματικότητας.
Ο παραλληλισμός με το τραγικό περιστατικό στη Βιολάντα είναι αναπόφευκτος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο επιχειρηματίας που προφυλακίστηκε φέρεται να δήλωσε ότι «δεν ήξερε τίποτα» για όσα συνέβαιναν. Αυτή η φράση, ανεξάρτητα από τη νομική της διάσταση, αποκαλύπτει μια βαθύτερη παθογένεια: την ψευδαίσθηση ότι η άγνοια απαλλάσσει από την ευθύνη. Όμως ηγεσία χωρίς γνώση του τι συμβαίνει στο πεδίο δεν είναι ηγεσία.
Στον αντίποδα, υπάρχουν παραδείγματα επιχειρηματιών που έκαναν το ακριβώς αντίθετο. Ο Ingvar Kamprad, ιδρυτής των IKEA, παρότι ξεκίνησε από το μηδέν έγινε ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, ζούσε λιτά. Ταξίδευε στην οικονομική θέση, οδηγούσε ένα απλό αυτοκίνητο, έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη διαρκή επαφή με τα καταστήματα και τους εργαζομένους. Η κουλτούρα που διαμόρφωσε δεν βασίστηκε στην επίδειξη, αλλά στη λειτουργικότητα και στη συνεχή βελτίωση.
Η διαφορά νοοτροπίας είναι καθοριστική. Ο επιχειρηματίας που επιλέγει να απέχει και να μην γνωρίζει τι εστί "διαχείριση κινδύνων" σταδιακά δημιουργεί ένα κενό ανάμεσα σε εκείνον και την πραγματικότητα της επιχείρησης. Μέσα σε αυτό το κενό μπορεί να αναπτυχθούν παραλείψεις, χαλαρότητα στα πρωτόκολλα, ακόμα και επικίνδυνες πρακτικές. Και όταν συμβεί το μοιραίο, η φράση «δεν γνώριζα» δεν ηχεί ως ειλικρινής άγνοια, αλλά ως ομολογία ενοχής.
Η υπόθεση της Βιολάντα δεν είναι απλώς ένα τραγικό συμβάν. Είναι ένα ηχηρό καμπανάκι για κάθε επιχειρηματία που θεωρεί ότι η επιτυχία του επιτρέπει να αποσυρθεί από το πεδίο ευθύνης του. Η ηγεσία απαιτεί παρουσία, έλεγχο, διαρκή επαγρύπνηση. Απαιτεί να βγεις από το γραφείο, να ακούς τους ανθρώπους σου, να τους αφουγκράζεσαι, να βλέπεις τις διαδικασίες, να παρεμβαίνεις όπου χρειάζεται.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση θα διδάσκεται στα πανεπιστήμια ως παράδειγμα προς αποφυγή. Όχι μόνο για τις νομικές της συνέπειες, αλλά για το μάθημα διοίκησης που εμπεριέχει: η επιτυχία δεν σε απαλλάσσει από την ευθύνη - τη μεγαλώνει. Και όποιος ξεχνά από πού ξεκίνησε και τι οφείλει στους ανθρώπους του, κινδυνεύει σε μια στιγμή να δει το οικοδόμημά του να καταρρέει.
