Όταν το Emily in Paris έκανε πρεμιέρα στο Netflix, λίγοι περίμεναν ότι μια ρομαντική, ανάλαφρη σειρά θα είχε τόσο απτό αντίκτυπο σε μια από τις πιο πολυφωτογραφημένες πόλεις του κόσμου. Κι όμως, η Emily Cooper, η ηρωίδα της σειράς, δεν κατέκτησε μόνο τα social media, αλλά συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας νέας τουριστικής εικόνας του Παρισιού, με θετικές και όχι μόνο, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Η σειρά λειτουργεί σαν μια σύγχρονη τουριστική βιτρίνα. Καφέ, αρτοποιεία, πλατείες και γειτονιές -όπως το Place de l’Estrapade ή το εστιατόριο Terra Nera- μετατράπηκαν σε «στάσεις προσκυνήματος» για fans από όλο τον κόσμο. Τα Instagram spots της Emily έγιναν must-see αξιοθέατα, οδηγώντας σε αυξημένη επισκεψιμότητα και, φυσικά, αυξημένο τζίρο για τα καταστήματα που εμφανίζονται στη σειρά.
Παράλληλα, η σειρά ενίσχυσε μια συγκεκριμένη αισθητική κατανάλωσης. Πολυτελή brands, ακριβά cafés και μια εξιδανικευμένη καθημερινότητα προβάλλονται ως η «αυθεντική» παριζιάνικη εμπειρία – υπολογίστηκε ότι το πολυδάπανο lifestyle της νεαράς ηθοποιού «κοστίζει» περίπου 130.000 το χρόνο. Πολλά καταστήματα αξιοποίησαν αυτή την προβολή, προσαρμόζοντας τις τιμές (προς τα πάνω, φυσικά) και το branding τους σε ένα διεθνές, τουριστικό κοινό με μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη.
Όμως, αυτή η λάμψη δεν έχει μόνο θετικό πρόσημο. Πολλοί ντόπιοι εκφράζουν έντονη δυσαρέσκεια για το πώς η σειρά παρουσιάζει μια καρικατούρα του Παρισιού, αγνοώντας την καθημερινότητα των κατοίκων. Η αύξηση της τουριστικής ζήτησης σε συγκεκριμένες γειτονιές συνοδεύτηκε από άνοδο ενοικίων, ακριβότερα μενού και μια γενικότερη αίσθηση ότι η πόλη «δεν ανήκει πια στους κατοίκους της».
Η συζήτηση γύρω από το "Emily in Paris" αγγίζει έτσι ένα ευρύτερο φαινόμενο: τον λεγόμενο screen tourism. Όταν μια σειρά ή ταινία γίνεται παγκόσμιο hit, οι πόλεις-σκηνικά μετατρέπονται σε εμπορεύσιμα brands. Για το Παρίσι, αυτό σημαίνει περισσότερα έσοδα και παγκόσμια προβολή, αλλά και τον κίνδυνο του υπερτουρισμού (σ.σ. η επόμενη σεζόν, λέγεται, θα γυριστεί στην Ελλάδα).

