Όταν µία κρύα νύχτα του χειµώνα ο Κλάους Φος έπαιζε πόκερ, δεν θα µπορούσε να φανταστεί ότι ο συµπαίκτης του θα ήταν η αιτία για την επιλογή ενός άκρως επιτυχηµένου ονόµατος, του «Montblanc», που θα άφηνε ιστορία και το οποίο θα χαρακτήριζε τις πένες αξεπέραστης ποιότητας που κατασκεύαζε. Οι πένες αυτές θα έβαζαν οριστικά τέλος στο «βραχνά» του μελανοδοχείου, στο οποίο κάθε λίγο και λιγάκι ο χρήστης θα χρειαζόταν να βουτήξει την άκρη της πένας για να «γεμίσει» με μελάνι.

montblanc-istoria

Η λαµπρή ιστορία της Montblanc ξεκίνησε το 1906 στο Αµβούργο της Γερμανίας, όταν οι επιχειρηματίες Κλάους Φος, Κρίστιαν Λάουζεν και Βίλχελµ Τζιαµπόρ ένωσαν το όραµα και τις δυνάµεις τους µε σκοπό να δηµιουργήσουν τα πιο κοµψά και λεπτεπίλεπτα όργανα γραφής. Ωστόσο, η αρχική σύνθεση της οµάδας ήταν διαφορετική, αφού µαζί µε τον Φος ήταν ο τραπεζίτης Άλφρεντ Νιεµίας, ο οποίος όµως πέθανε το 1910, καθώς και ο μηχανικός Αυγούστος Μπερνστάιν, ο οποίος εκδιώχθηκε όταν πιάστηκε επ’ αυτοφώρω να βάζει χέρι στο ταμείο.

Το πρώτο μοντέλο της, το Simplo Filler Pen Company, όπως αρχικά ονομάστηκε, ήταν το «Rouge et Noir» (κόκκινο και μαύρο) και κατασκευάστηκε το 1909, ενώ ένα χρόνο μετά βγήκε η πρώτη πένα που έφερε το όνομα Montblanc, χάρη στην οποία η εταιρεία µετονοµάστηκε σε Montblanc Co. 

Η ιδέα ανήκε στον Φος, όταν κατά τη διάρκεια παρτίδας πόκερ ένας συµπαίκτης του είπε: «Ονόµασέ τις Montblanc, αφού είναι η ψηλότερη κορυφή της Ευρώπης και οι πένες σου είναι οι καλύτερες» - το όνομα, που σημαίνει «Λευκό Όρος» προερχόταν από την ψηλότερη και πάντα χιονισμένη κορυφή των Άλπεων, που φτάνει σε ύψος τα 4.810 μέτρα. Ο συνειρµός αυτός άρεσε στον Φος, ο οποίος τρία χρόνια αργότερα υιοθέτησε ως λογότυπο το εξάστερο λευκό αστέρι, που αντιπροσώπευε τις χιονισµένες κορυφές του όρους και συµβόλιζε τη δέσµευση στην παροχή ύψιστης ποιότητας και δεξιοτεχνίας.


Μετά το τέλος του Α´ Παγκοσµίου Πολέµου, οπότε η επιχείρηση παρήγαγε πολεµικά είδη, δηµιουργήθηκε τµήµα µάρκετινγκ, στο οποίο προσλήφθηκε η Γκρέτα Γκρος, η οποία αποδείχθηκε ιδιοφυία στο χώρο της διαφήμισης. Η «Γκρο-Γκρο», όπως την αποκαλούσαν χαϊδευτικά, εγκαινίασε μία ευφάνταστη διαφημιστική καμπάνια που θα έγραφε ιστορία. Στα χρόνια της, το λευκό αστέρι της Montblanc βρισκόταν κυριολεκτικά παντού: σε αφίσες, περιοδικά, πινακίδες, τεράστια πανό σε πολυώροφα κτίρια, ακόμα και σε αεροπλάνο, στο οποίο είχε ζωγραφιστεί το λογότυπο, που πέταξε πάνω από την Εκθεση της Λειψίας το 1922 εκπλήσσοντας ευχάριστα τους παρευρισκόμενους - ούσα η πρώτη εναέρια διαφήμιση. Επιστρατεύτηκαν ακόμη και έξι αυτοκίνητα, που περιφέρονταν στους δρόμους του Αμβούργου, καλυμμένα με το εταιρικό λογότυπο, στην οροφή των οποίων είχε τοποθετηθεί μία τεράστια πένα Montblanc.

Χάρη στις επικοινωνιακές αλχημείες της «Γκρο-Γκρο», το όνοµα Montblanc ήταν ήδη γνωστό σε όλη την Γερμανία του Μεσοπολέμου καθώς και σε 60 άλλες χώρες (παρ’ όλα αυτά, τα πρώτα καταστήματα εκτός Γερμανίας άνοιξαν αρκετά αργότερα, τη δεκαετία του ’90, σε Παρίσι και Λονδίνο), ενώ την ίδια εποχή άνοιξε τις πόρτες της η πρώτη µπουτίκ στο Αµβούργο (µέχρι το 2017 υπήρχαν 350 σε 70 χώρες).

Το 1924 κατασκευάστηκε το σήµα-κατατεθέν του οίκου, η θρυλική πένα Meisterstuck (Masterpiece - αριστούργημα), που συνοδευόταν από «εγγύηση εφ’ όρου ζωής», η οποία απέσπασε το βραβείο καλύτερου σχεδίου και σύντοµα τοποθετήθηκε σε διάφορα µουσεία ανά τον κόσµο, ενώ βρέθηκε στις πιο διάσηµες τσέπες και στους ακριβότερους χαρτοφύλακες.

Η οικονοµική ύφεση που επικράτησε στη Γερµανία κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέµου, δεν επηρέασε αρνητικά την Montblanc, η οποία συνέχισε να διαφηµίζεται, ενώ παράλληλα κατασκεύασε µια φθηνή σειρά από πένες, που απευθύνονταν στο µέσο Γερµανό. Μάλιστα, ενηµέρωσε τους καταναλωτές ότι αν αγόραζαν κάποια από αυτές τις πένες, θα µπορούσαν µετά από ένα χρόνο να την ανταλλάξουν έναντι µικρού ποσού µε µια Meisterstuck. Αυτό ήταν ένα πολύ καλό νέο για µια χώρα που έβλεπε τις τιµές των προϊόντων να «σκαρφαλώνουν» µε ιλιγγιώδεις ρυθµούς. Το παράδοξο ήταν ότι αν και πολλοί αγόρασαν τις πένες, ελάχιστοι ήταν αυτοί που εκµεταλλεύτηκαν την προσφορά…

Διαβάστε επίσης Η ιστορία της Prada

Κατά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεµο, η εταιρεία σταμάτησε να παράγει και επικεντρώθηκε στην παραγωγή προµηθειών για το στρατό, ενώ το 1944 το κτίριό της χτυπήθηκε από βόµβα, όµως τα µηχανήµατα σώθηκαν αφού είχαν προηγουμένως µεταφερθεί από τους υπαλλήλους σε πιο ασφαλείς τοποθεσίες. Το 1946, η πολεµική αποζηµίωση που έλαβε η Montblanc από την κυβέρνηση τη βοήθησε να ξαναφτιάξει το εργοστάσιο και ουσιαστικά να σταθεί πάλι στα πόδια της.


Ωστόσο, η εκτός συνόρων απογείωση θα έρθει από ένα τυχαίο όσο και ντροπιαστικό γεγονός, το 1963, όταν ο γερμανός Καγγελάριος Κόνραντ Αντενάουερ «δανείστηκε» την πένα Montblanc του Τζον Κένεντι για να υπογράψει το «Χρυσό Βιβλίο της Κολωνίας».

Η Montblanc δεν πουλάει ανταλλακτικά παρά μόνο όταν η ίδια η εταιρεία παραλάβει την πένα προς επιδιόρθωση. Όταν μία πένα υποστεί βλάβη, μπορεί να παραδοθεί σε οποιαδήποτε μπουτίκ της εταιρείας, από όπου και προωθείται προς το κέντρο επιδιόρθωσης για αξιολόγηση. Αν το προϊόν είναι εκτός εγγύησης, αποστέλλεται αναφορά στον κάτοχο. Αν αυτός συναινέσει ως προς το κόστος της επιδιόρθωσης, η επιδιόρθωση προχωρά και η εταιρεία παρέχει επιπλέον εγγύηση ενός έτους.

Τις επόµενες δεκαετίες, η γερμανική εταιρεία, που σήμερα ανήκει στον Ομιλο Richemont που διαχειρίζεται και άλλες μάρκες πολυτελείας, συνέχισε να κατασκευάζει ποιοτικές και καλοσχεδιασµένες πένες, καθώς και συλλεκτικές σειρές µε ιστορικά πρόσωπα και καταξιωµένους ανθρώπους των γραµµάτων, ενώ επεκτάθηκε και σε άλλους τοµείς πέρα από την πένα, όπως πολυτελή αξεσουάρ γραφείου, δερµάτινα είδη, γυαλιά, κοσµήµατα και ρολόγια.


Πηγή: Γνωστά Ονόματα, Αγνωστες Ιστορίες 2 (Γ' Εκδοση)