Μπορεί στις ελληνικές και γενικά στις μεσογειακές παραλίες να ευδοκιμούν οι ομπρέλες και οι καρέκλες-ξαπλώστρες θαλάσσης, ωστόσο αν ταξιδέψουμε προς τα βόρεια, στη Βαλτική ή τη Βόρεια Θάλασσα, εκεί μπορεί να συναντήσουμε μία ιδιότυπη κατασκευή που ίσως να ταιριάζει περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία των Βορείων, το Strandkorb.

Πρόκειται για ένα καλάθι παραλίας ή ετυμολογικά καρέκλα παραλίας, που δημιουργήθηκε στη Γερμανία  στα τέλη του 19ου αιώνα. Είναι μια καρέκλα με τέντα, μια μικρή καμπίνα που σχεδιάστηκε για να προσφέρει στους λουόμενους άνεση και προστασία από τον ήλιο, τη βροχή, τον αέρα, την άμμο, αλλά και τα αδιάκριτα βλέμματα.

Το Strandkorb μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι δύο άτομα και διαθέτει μετακινούμενη τέντα και καρέκλα που ανοίγει προς τα μπρος, μετατρεπόμενη σε ένα άνετο κάθισμα – έχει επίσης προβλεφθεί ένα μικρό τραπεζάκι καθώς και συρτάρια για την αποθήκευση μικρών αγαθών.

Σχεδιάστηκε το 1882 στο εργαστήρι καλαθοπλεκτικής του 25χρονου Wilhelm Bertelmann στο Ροστόκ, όταν μια κυρία της υψηλής κοινωνίας, η Elfriede Maltzahn, που έπασχε από ρευματισμούς, του ζήτησε να φτιάξει κάτι που θα της επέτρεπε να απολαμβάνει την παραλία και το νερό προστατευμένη από τον ήλιο, τον αέρα και κυρίως την άμμο. Παρατηρώντας ένα καλάθι μπουγάδας, σκέφτηκε να φτιάξει ένα «καλάθι παραλίας» χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη ψάθα, ξύλο και καραβόπανο.

Η ιδέα του είχε μεγάλη απήχηση (αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη καρέκλα θαλάσσης, λίγο-πολύ όπως την ξέρουμε σήμερα, εμφανίστηκε 10 χρόνια μετά), με τους λουόμενους να του ζητούν να φτιάξει και γι’ αυτούς. Ένα χρόνο μετά, η σύζυγος του Bertelmann ξεκίνησε να τα ενοικιάζει.

Σύντομα το αρχικό μονοθέσιο μοντέλο εξελίχθηκε και πήρε τη σημερινή του μορφή: έγινε διθέσιο και πιο αναπαυτικό, με μηχανισμό ανάκλισης, υποπόδια, αναδιπλούμενα τραπεζάκια και αποθηκευτικούς χώρους. Σήμερα, η τιμή του πιο απλού μοντέλου ξεκινάει από τα 40 και φθάνει μέχρι τα 550 ευρώ.