Το γύρο του διαδικτύου έκανε χθες η είδηση ότι ο Αστέρας Βουλιαγμένης χρεώνει τις δύο ξαπλώστρες 80 ευρώ (κάθε παιδί τιμολογείται στα 20 ευρώ), προκαλώντας ποικίλες συζητήσεις και καυστικά σχόλια («ομπρέλα σαν γκαρσονιέρα» ήταν ο τίτλος εφημερίδας).
80-euro-set-ksaplostres

Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, η τιμολόγηση ενός προϊόντος/υπηρεσίας δεν γίνεται ελαφρά τη καρδία και σε καμία περίπτωση δεν γίνεται μυρίζοντας απλώς τα νύχια μας…
Κατά την τιμολόγηση συνυπολογίζονται μια σειρά από παράγοντες όπως η αγορά στην οποία απευθύνεσαι, η μοναδικότητα του προϊόντος, το κόστος (όλα τα κόστη, σταθερά και μεταβλητά), ο ανταγωνισμός, η εταιρική πολιτική, η κατάσταση της οικονομίας και πολλοί άλλοι.
Ο Αστέρας ανέκαθεν απευθυνόταν σε μία ανώτερη αγορά (αν και νομίζω ότι η τιμή των 80 ευρώ το σετ είναι η υψηλότερη μέχρι σήμερα – λογικό, αν συνυπολογιστούν όλα τα όψιμα κόστη, π.χ. επανατοποθέτηση ομπρελών, υγειονομικά πρωτόκολλα καθώς και η περιορισμένη χωρητικότητά του).
Θυμάμαι, τη μοναδική φορά που βρέθηκα εκεί πριν πολλά χρόνια όταν ένας τύπος μιλούσε στο τηλέφωνο και έλεγε «Ελα, είμαι στον Αστέρα» (και όχι «έλα, είμαι για μπάνιο»).
Ο Αστέρας λοιπόν απευθύνεται σε μία εκλεπτυσμένη αγορά, που έχει τα χρήματα και δεν έχει πρόβλημα να τα δείξει. Εφαρμόζοντας αυτό που οι μαρκετίστες ονομάζουν τιμή κύρους (prestige pricing), τοποθετεί την τιμή σε υψηλά επίπεδα για να προσδώσει κύρος (η τιμή, ωστόσο, τις καθημερινές πέφτει στα 50 ευρώ).
Την ίδια στιγμή, βέβαια, απευθύνεται και σε όλους όσοι, μολονότι μπορεί να ανήκουν σε χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, ζηλεύουν και έστω και για λίγο θέλουν να νιώσουν σαν βασιλιάδες (ανεβάζοντας φυσικά τις σχετικές φωτογραφίες στα social media). Αν και δεν το γνωρίζω, η αγορά αυτή μπορεί να μην είναι αμελητέα…
Ως εκ τούτου, η τιμή των 80 ευρώ το Σαββατοκύριακο, σε μέρες όπου νομοτελειακά θα γεμίσει (οπότε θέλει να αξιοποιήσει όσο καλύτερα γίνεται τις εγκαταστάσεις), μου κρίνονται ως απόλυτα φυσιολογικές.