«Η επιτυχία συνδέεται µε την ανάληψη δράσης. Οι επιτυχηµένοι άνθρωποι πάντα βρίσκονται σε εγρήγορση. Μπορεί να κάνουν λάθη, αλλά δεν τα παρατάνε», έγραψε ο Κόνραντ Χίλτον τo 1957 στην αυτοβιογραφία του µε τίτλο «Be My Guest». Ο ίδιος στις δύσκολες στιγµές δεν τα παράτησε και κατάφερε µε τις σωστές επιχειρηµατικές κινήσεις να δηµιουργήσει µια αυτοκρατορία που ευηµερεί µέχρι τις µέρες µας.
Ο Κόνραντ Χίλτον γεννήθηκε το 1887 ανήµερα τα Χριστούγεννα, σε µια µικρή πόλη του Νέου Μεξικού. Ο πατέρας του, επιτυχηµένος Νορβηγός µετανάστης, που είχε το µοναδικό πολυκατάστηµα της πόλης, έχτισε ένα µεγάλο σπίτι όπου στέγασε την Αµερικανογερµανίδα γυναίκα του και τα οχτώ παιδιά του.
Στα νιάτα του σπούδασε σε στρατιωτική σχολή, ενώ αργότερα παρακολούθησε µαθήµατα σε κολέγιο ειδικευµένο σε θέµατα εξόρυξης και τεχνολογίας. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε και εργάστηκε στο κατάστηµα του πατέρα του, στο οποίο έγινε σύντοµα συνεταίρος.
Το 1907, το σπίτι των οκτώ δωµατίων μετατράπηκε στο πρώτο άτυπο Hilton Hotel, προκειµένου η οικογένεια να αντεπεξέλθει στην ύφεση της οικονοµίας. Καθώς οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, ο Χίλτον πρότεινε να νοικιάσουν µερικά από τα δωµάτια προς ένα δολάριο το βράδυ, συµπεριλαµβανοµένων των γευµάτων. Πήγαινε λοιπόν κάθε µέρα στο σταθµό του τρένου εις άγραν πελατών, κυρίως πλανόδιων πωλητών. Η προσπάθεια αυτή απέφερε καρπούς και σύντοµα έβγαλε την οικογένεια από τη δυσχερή θέση που είχε περιέλθει.
Τα επόµενα χρόνια εργάστηκε ταυτόχρονα στο κατάστηµα αλλά και ως ταµίας σε τράπεζα, έως το 1918, όταν βρέθηκε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσµίου Πολέµου. Όµως, επέστρεψε όταν έµαθε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχηµα, στο πρώτο ίσως θανατηφόρο τροχαίο στην ιστορία της πολιτείας του Νέου Μεξικού.
Την ίδια χρονιά µετακόµισε στο Τέξας όπου προσπάθησε να εξαγοράσει µια τράπεζα. Αν και η συµφωνία δεν ολοκληρώθηκε, ο Χίλτον παρατήρησε ότι τα λιγοστά ξενοδοχεία της περιοχής ήταν όλα γεµάτα. Καθώς περίµενε στην ουρά για να κάνει check-in, έπιασε κουβέντα µε τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου, ο οποίος παραπονέθηκε ότι η ζήτηση για τα δωµάτιά του ήταν τόσο µεγάλη «που έτρεχε και δεν έφτανε» και αναζητούσε εναγωνίως αγοραστή.
Ο Χίλτον, ενθυµούµενος προφανώς την πρώτη επιτυχηµένη απόπειρα πριν µια δεκαετία, άδραξε την ευκαιρία και εξαγόρασε –µε την κληρονοµιά του πατέρα του και τη συνδρομή φίλων– το ξενοδοχείο, απαλλάσσοντας έτσι τον ιδιοκτήτη από αυτό το βάρος.
Πράγματι, η ζήτηση για δωµάτια ήταν τόσο µεγάλη, κυρίως από εργαζόμενους στο χώρο της πετρελαϊκής βιομηχανίας, καθώς πολλά δωμάτια γέμιζαν, έως τρεις φορές την ημέρα, σε σημείο που ο Χίλτον νοίκιασε και το δωµάτιό του (κάθε βράδυ κοιµόταν στην καρέκλα του γραφείου), ενώ µετέτρεψε όλους τους ελεύθερους χώρους, όπως τους χώρους εστίασης, σε δωµάτια (ένα από αυτά σήμερα λειτουργεί ως μουσείο, ενώ η λεωφόρος μπροστά πήρε το όνομα Conrad Hilton). Πάντως, το Mobley Hotel, όπως ήταν το όνομά του, δεν ήταν, σύμφωνα με όσα ο ίδιος έγραψε στην αυτοβιογραφία του, «τίποτα παραπάνω από έναν κατάλληλο χώρο για ύπνο».
Το 1925 έχτισε στο Ντάλας το πρώτο ξενοδοχείο που έφερε το όνοµά του (φωτό, δεξιά) και λίγα χρόνια αργότερα στο Σικάγο το Conrad Hilton, το οποίο διέθετε 1.000 δωµάτια, όντας το µεγαλύτερο της εποχής (φωτό, κάτω). Το 1931 φλέρταρε με τη χρεοκοπία καθώς η διεθνής ύφεση περιόρισε τις µετακινήσεις, όµως διασώθηκε από μία ομάδα επενδυτών. Τελικά, ανέλαβε ξανά τον πλήρη έλεγχο των ξενοδοχείων του και το 1946 ίδρυσε την Hilton Hotel Corporation. Δύο χρόνια μετά, το 1948, ιδρύει την Hilton International Company, όντας η πρώτη στον κόσμο διεθνής ξενοδοχειακή αλυσίδα.
Διορατικός και καινοτόμος όπως ήταν, προσφέρει στους επισκέπτες των ξενοδοχείων του πρωτόγνωρες ανέσεις και υπηρεσίες, αποδεικνύοντας ότι ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του: τρεχούμενο κρύο νερό και air-condition σε δημόσιους χώρους (1927), τηλεόραση στα δωμάτια (1947), προηγμένο σύστημα κρατήσεων (1948), σετ ραπτικής μαζί με βιβλιαράκι με χρήσιμες διευθύνσεις και τηλέφωνα (1950), απευθείας τηλεφωνικές κλήσεις (1957), καθώς και πρόγραμμα επιβράβευσης τακτικών πελατών (1987).
Τα επόµενα χρόνια ο δαιμόνιος επιχειρηματίας εξαγοράζει πολυτελή ξενοδοχεία, όπως τα φημισμένα Waldorf Astoria και Statler Hotel, καθώς και καζίνο, ανεγείρει το 1963 το πρώτο ξενοδοχείο αεροδρομίου, ενώ συνεργάζεται µε εταιρείες ενοικιάσεως αυτοκινήτων και εκδόσεως πιστωτικών καρτών. Σε σύντοµο χρονικό διάστηµα καταφέρνει να καταστεί από τους πιο επιτυχηµένους και εύπορους επιχειρηµατίες (µε έντονη πολιτική και φιλανθρωπική δράση), ενώ το όνοµά του φιγουράρει δίπλα σε άλλους θρύλους της Αµερικής, όπως ο Φορντ και ο Ροκφέλερ.

Γνωρίζατε ότι…
Τον Απρίλιο του 1963 ο Κόνραντ Χίλτον έρχεται στην Ελλάδα για να εγκαινιάσει το Hilton της Αθήνας, το πρώτο άξιο λόγου οικοδόμημα στη μεταπολεμική Ελλάδα, που παραμένει ακόμη και σήμερα ένα από τα πιο εντυπωσιακά κτίρια της πρωτεύουσας. Αντικρίζοντας το ξενοδοχείο αναφωνεί: «Συμφωνώ με όσους πιστεύουν ότι το Hilton Athens είναι το καλύτερο Hilton του κόσμου». Στην τελετή των εγκαινίων παρευρίσκονται ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Τομ Πάπας και όλη η υψηλή κοινωνία της Αθήνας.

Το 1966 ο γιος του, Μπάρον (ένα από τα τέσσερα παιδιά που είχε από τις τρεις συζύγους του – µία από αυτές ήταν η Ζα Ζα Γκαµπόρ, γνωστή ηθοποιός και βασίλισσα οµορφιάς), ανέλαβε το τιµόνι της εταιρείας, ενώ ο πατέρας του διαχειρίστηκε τις επιχειρήσεις εκτός Αµερικής, τα Hilton International.
Ο κάτοχος 188 ξενοδοχείων σε 100 πόλεις του κόσμου (σήμερα η αλυσίδα μετράει 5.700 ξενοδοχεία σε 117 χώρες – η εταιρεία έφθασε να ανοίγει ένα νέο ξενοδοχείο κάθε μέρα), Κόνραντ Χίλτον, απεβίωσε το 1979 σε ηλικία 91 ετών. Άφησε το µεγαλύτερο µέρος της περιουσίας του, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των παιδιών του, στο φερώνυµο ίδρυµα και στο πανεπιστήµιο Conrad Hilton, το οποίο ειδικεύεται στις τουριστικές σπουδές. Πάντως, τα παιδιά του αµφισβήτησαν τη διαθήκη και κινήθηκαν νοµικά, µε αποτέλεσµα, το 1988, 335 εκατ. δολάρια να περάσουν στα χέρια τους.