Όταν ο Σπυρίδων Μεταξάς δημιουργούσε στα τέλη του 19ου αιώνα το φερώνυμο κονιάκ, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι το ποτό του θα αναδεικνυόταν στον πιο διάσημο ‘’πρεσβευτή’’ της χώρας μας στο εξωτερικό. Εξάλλου, δεν ήταν τυχαίο ότι στις μέρες της ακμής του το Metaxa θα είχε παρουσία σε 110 χώρες, ενώ θα έφθαναν να καταναλώνονται περίπου 850 σφηνάκια το λεπτό ανά τον κόσμο.
  Η εμπορική διαδρομή της οικογένειας Μεταξά (εικάζεται ότι το αρχικό  της όνομα ήταν Βρούλος, όμως άλλαξε σε Μεταξά λόγω της ενασχόλησης της με το εμπόριο του μεταξιού) ξεκινάει στα μέσα του 19ου αιώνα, από τον Αγγελή Μεταξά, ιδιοκτήτη ενός τοπικού μαγαζιού στη Χαλκίδα. Με το θάνατό του, το 1871, πέντε από τα δώδεκα παιδιά του αναλαμβάνουν προσωρινά τα ηνία του μαγαζιού.
  Το 1872, ένας εκ των αδερφών, ο Σπυρίδων, αποσύρεται από την εταιρεία ‘’Αδερφοί Α. Μεταξά’’ και –με 17.000 δραχμές στην τσέπη από την πώληση του μεριδίου του- εγκαθίσταται στον Πειραιά. Εκεί θα αρχίσει να δραστηριοποιείται εμπορικά σε διάφορους τομείς και με ανάμικτα αποτελέσματα. Αρκετά αργότερα, το 1885, ο 37χρονος έμπορος και ιδιοκτήτης ταβέρνας, με κεφάλαιο 100.000 δραχμές, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να δημιουργήσει στον Πειραιά, μαζί με τον αδερφό του, Ηλία, το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής κονιάκ «εκ καθαρού αποστάγματος σταφυλής».
  Στη διάρκεια των εκσκαφών για την ανέγερση του εργοστασίου ανακαλύπτεται ένα αρχαίο νόμισμα με την εικόνα του Σαλαμινομάχου, το οποίο ο Σπυρίδων Μεταξάς υιοθετεί αμέσως ως έμβλημα της νεότευκτης επιχείρησης, έμβλημα που παραμένει αναλλοίωτο ως τις μέρες μας. Η εταιρεία συστήνεται επίσημα το 1888 με την επωνυμία ‘’Βιομηχανικός Οίκος Κονιακοποιίας Σ. Η. και Α. Μεταξά’’. Όπως υποδηλώνει και η επωνυμία, στην ‘’παρέα’’ των δύο ιδρυτών έχει προστεθεί ένας ακόμη αδερφός, ο Αλέξανδρος.
 Χάρη στην απαράμιλλη ποιότητα των προϊόντων τους, τα οποία παρασκευαζόταν με διάφορες προσμίξεις ποικιλιών και με την προσθήκη σε κάθε βαρέλι μικρής ποσότητας παλαιού αποστάγματος, τα τρία αδέρφια δεν θα αργούσαν να δουν τις προσπάθειές τους να ευοδώνονται. Η φήμη του κονιάκ Μεταξά κατακτά την αριστοκρατία της αθηναϊκής κοινωνίας και φθάνει μέχρι τα ανάκτορα, καθιστώντας τον Σπυρίδων Μεταξά επίσημο προμηθευτή της βασιλικής αυλής του Γεωργίου Α’.
   Ανήσυχο πνεύμα όπως ήταν ο Σπυρίδων Μεταξάς, κρίνει από νωρίς ότι η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να χωρέσει τα δημιουργήματά του. Όντως, σύντομα το νέο προϊόν θα ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και θα ‘’ταξιδεύσει’’ στη Ρωσία και στην Κωνσταντινούπολη, όπου δημιουργούνται αποστακτήρια. Το έντονο ελληνικό στοιχείο των περιοχών αυτών αγκαλιάζει με θέρμη τα «θαυμάσια ελληνικά προϊόντα του Οίκου Μεταξά», όπως ακριβώς είχαν προβλέψει οι ιδρυτές.
 Οι ιδρυτές αποφασίζουν να μην προωθήσουν το προϊόν τους ως κονιάκ (ονομασία προέλευσης από την ομώνυμη περιοχή της Γαλλίας), ούτε ως μπράντι, προκειμένου να αποφύγουν τον διεθνή ανταγωνισμό. Αντ’ αυτού, το ποτό τους παρουσιάζεται ως απόσταγμα οίνου, με την ονομασία το ‘’Γνήσιον Μεταξά’’, δημιουργώντας ουσιαστικά μία κατηγορία ποτού από μόνο του, ως ελληνικό δηλαδή προϊόν, που θα γνώριζε αναπάντεχη επιτυχία στο εξωτερικό.
 Χρονιά-σταθμός για την πορεία της εταιρείας ήταν το 1909, όταν το «ιπτάμενο μπράντι», όπως θα το αποκαλούσαν αργότερα (όταν στήθηκε αερογέφυρα για τη μεταφορά του στις ΗΠΑ, λόγω της ραγδαίας αύξησης της ζήτησής του), καταφθάνει στην Αμερική όπου γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από την εκεί ελληνική κοινότητα. Η εν λόγω αγορά, που αποδεικνύεται η πλέον προσοδοφόρα από όλες τις υπόλοιπες διεθνείς αγορές, θα αρχίσει να ‘’απορροφάει’’ χιλιάδες κιβώτια ετησίως.
 Την ίδια χρονιά πεθαίνει ξαφνικά ο ιδρυτής του ‘’οίκου Μεταξά’’, τη θέση του οποίου αναλαμβάνει η χήρα του, Δέσποινα. Λίγα χρόνια αργότερα αποβιώνει και ο Αλέξανδρος Μεταξάς και τον διαδέχεται, επίσης, η χήρα του Αγγελική. Οι δύο χήρες, πάντως, όσο και η δεύτερη γενιά Μεταξά που σύντομα θα αναλάμβανε τα ηνία, θα αποδεικνύονταν άξιοι συνεχιστές, αφού θα κατάφερναν να βγάλουν την εταιρεία αλώβητη από τις δύσκολες στιγμές που έμελλε να έρθουν.
  Πρωτίστως η αμερικάνικη ποτοαπαγόρευση της δεκαετίας του ’20, ακολουθούμενη από την Μικρασιατική Καταστροφή, τους βαλκανικούς πολέμους, αλλά και τη ρωσική επανάσταση του 1917, αποτέλεσαν ισχυρά πλήγματα για την εταιρεία, η οποία όμως είχε βρει το αντίδοτο, αφού είχε ήδη αρχίσει να στρέφεται σε άλλες αγορές, όπως την Αφρική, την Ινδία, την Περσία και την Αυστραλία.
 Ωστόσο, η μεγαλύτερη απώλεια –και η πλέον διαχρονική- για την εταιρεία, θα ήταν εκ των έσω. Η ξαφνική και αναπάντεχη επιτυχία της οδήγησε ορισμένα μέλη της δεύτερης γενιάς Μεταξά να ασχοληθούν με την ποτοποιία και να αμφισβητήσουν το δικαίωμα των απογόνων των τριών ιδρυτών, οι οποίοι είχαν κατοχυρώσει το επώνυμό τους ως εμπορικό σήμα, να είναι οι μόνοι που μπορούν να χρησιμοποιούν το όνομα Metaxa (η λατινική απόδοση του ονόματος έγινε την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά, προκειμένου να αποσυνδεθεί από τον ομώνυμο δικτάτορα). Οι διαμάχες, που θα ξεκινήσουν το 1924, όταν αναλαμβάνουν οι απόγονοι του Σπυρίδωνα Μεταξά, θα διαρκέσουν περίπου 40 χρόνια και θα καταλήξουν ουκ ολίγες φορές στα δικαστήρια. Εν τέλει, οι ενδοοικογενειακές έριδες θα κλείσουν οριστικά το 1962, όταν θα εξαγοραστεί και η τελευταία «συγγενική» ομώνυμη ποτοποιία.
 Τις επόμενες δεκαετίες η ανάπτυξη της πολυβραβευμένης -με διεθνείς διακρίσεις, μετάλλια και βραβεία- ‘’Ποτοποιίας Μεταξά’’ είναι εντυπωσιακή. Σε αυτό θα συντελέσει η δημιουργία ενός νέου εργοστασίου, στην Κηφισιά, η προώθηση των προϊόντων σε παγκόσμια αθλητικά γεγονότα, αλλά και η ανάπτυξη του τουρισμού, χάρη στην οποία το ‘’Γνήσιον Μεταξά’’, το οποίο είναι πρώτο σε πωλήσεις ποτό στην κατηγορία του στα duty free των αεροδρομίων, διαδίδεται σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο.
  Παρ’ όλα αυτά, στη δεκαετία του ’80, σε μια εποχή έντονης συγκέντρωσης του κλάδου στα χέρια λίγων μεγάλων πολυεθνικών ομίλων, διάφοροι κολοσσοί θα κάνουν ‘’κρούση’’ στην τρίτη γενιά Μεταξά, η οποία τελικά ενδίδει και στα 100 έτη λειτουργίας της, το 1989, πουλάει την ιστορική επιχείρηση στην Grand Metropolitan (σήμερα ανήκει στην γαλλική πολυεθνική Remy-Cointreau).

Πηγή: Επιχειρείν αλά ελληΝΙΚΑ (εκδ. Σταμούλης)