Το Meat Me άνοιξε το 2011 στα Σπάτα, στο Smart Park. Η προνομιακή του θέση, ακριβώς στο κέντρο του πάρκου και σε υπερυψωμένη θέση, καθώς και το γεγονός ότι ήταν το μοναδικό «καθαρόαιμο» εστιατόριο στο πάρκο, αρκούσαν ώστε να διαγράψει μία λαμπρή πορεία. Τουλάχιστον στην αρχή…

Τα πρώτα δύο χρόνια, το Meat Me θα έσφυζε από δουλειά. Όπως μου είπε ένας μαθητής μου που εργαζόταν εκεί ως μάγειρας, μπορεί να έδινε μέχρι και 300 κουβέρ κάθε Σάββατο, με μέσο λογαριασμό ανά άτομο τα 25 ευρώ, αρκετά για να (υπερ)καλυφθούν τα 10.000 ευρώ το μήνα για ενοίκιο...

Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η προτροπή του: «Μην έρθεις να φας στο Meat Me». Αν μπεις μέσα στην αποθήκη, μου είπε, θα καταλάβεις τι εννοώ. Σε αντίθεση με το ορατό –για τον πελάτη- κομμάτι της σάλας (που παρέπεμπε σε γκουρμέ κατάσταση), εκεί επικρατούσε ένα χάλι μαύρο. Οσον αφορά τα κρέατα, συνέχισε, είναι όλα β’ διαλογής, τα οποία φυσικά υπερτιμολογούνται. Φύκια για μεταξωτές κορδέλες, κοινώς.

Τα τελευταία 2-3 χρόνια η πελατεία είχε μειωθεί δραστικά. Εν τέλει, το Meet Me έκλεισε φέτος τον Απρίλιο. Το πρόσεξα, πριν λίγες ημέρες, και από περιέργεια μπήκα στα social media να δω τι γράφονταν γι’ αυτό αλλά και τη μέση βαθμολογία του στο TripAdvisor.

Εκεί επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες μου. «Απαράδεκτο φαγητό, τα ψητά με πολύ λίπος, ντολμαδάκια κονσέρβα, εμφιαλωμένο νερό γεμισμένο από την βρύση, υψηλές τιμές, πότε ξανά, μακριά» ήταν το πρώτο καυστικό σχόλιο που είδα στην ανενεργή πλέον σελίδα τους στο Facebook. Στο ίδιο μήκος κύματος και οι κριτικές σε ask4food και foursquare.

Στο δε TripAdvisor, με μέση βαθμολογία μόλις 2,5 αστέρια (με άριστα τα 5) και ευρισκόμενο στην 2538η θέση ανάμεσα σε 2771 εστιατόρια στην Αθήνα, από τις 18 κριτικές από Ελληνες οι 16 το χαρακτήρισαν ως «απαράδεκτο» και μόλις δύο ως «μέτριο». Καμία θετική κριτική. Σε ένα σχόλιο μάλιστα, ο χρήστης αφού έσταξε χολή, έγραψε στο τέλος "θα χαρώ όταν μάθω ότι έκλεισε".
Είναι από τις περιπτώσεις που τα νούμερα λένε την αλήθεια.

Τα διδάγματα που μπορούμε να αποκομίσουμε από την περίπτωση του Meat Me είναι δύο:
Πρώτον, μία καλή τοποθεσία δεν αρκεί για να σώσει ένα προβληματικό προϊόν.

Δεύτερον, η ταχύτατη διείσδυση του διαδικτύου, των smartphones καθώς και η άμεση διάχυση της πληροφορίας (reviews) στα social media, συνιστούν ένα επιπλέον εμπόδιο, συχνά ανυπέρβλητο, για τον κακό επαγγελματία που είναι εθισμένος στη λογική της «αρπαχτής».