Δυστυχώς η ελληνική φέτα δείχνει να χάνει τη μάχη παραχωρώντας τα πρωτεία στο, κατώτερο ποιοτικά,  λευκό τυρί. Αυτή η καθίζηση, που καταγράφεται και στην διαρκώς μειούμενη παραγωγή από το 2011 και μετά, αποδίδεται όχι τόσο στην αδυναμία-αδιαφορία της Ε.Ε να προστατέψει ένα προϊόν της  που διακινείται σε τρίτες χώρες, αλλά κυρίως στην κοντόφθαλμη στρατηγική μάρκετινγκ ιδιωτών και ελληνικής πολιτείας.
Σήμερα, μπορεί η ελληνική φέτα να χαρακτηρίζεται ως προϊόν τύπου ΠΟΠ (προστατευόμενη ονομασία προέλευσης), όμως το λευκό τυρί νικάει κατά κράτος στο ράφι. Αν αναρωτιέστε για ποιο λόγο ένα τόσο ποιοτικό αγαθό να μην μπορεί να σταθεί με αξιώσεις στη διεθνή αγορά, η απάντηση θα σας απογοητεύσει. Διότι ο Ελληνας αρέσκεται να βγάζει τα μάτια του μόνος του.
Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι στα σούπερ μάρκετ των Βρυξελλών πωλείται «λευκό τυρί» στα 13,95 ευρώ το κιλό, δύο ευρώ πιο ακριβά από την ελληνική φέτα. Υπάρχει μάλιστα και βιολογικό λευκό τυρί, για απαιτητικούς πελάτες, σε ακόμη υψηλότερη τιμή. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές εταιρείες, εκμεταλλευόμενες την απουσία εθνικής στρατηγικής μάρκετινγκ στα ελληνικά προϊόντα, επινοούν brands για λευκά τυριά που θυμίζουν Ελλάδα και τα πουλούν ακριβότερα από την ελληνική φέτα. Για παράδειγμα  η γερμανική εταιρεία λευκού τυριού “Sirtakis”, με έδρα την Στουτγάρδη, έχει  ιστοσελίδα με φωτογραφίες ελληνικών νησιών και φαγητών θέλοντας να ταξιδέψει τους επισκέπτες στην χώρα της φέτας. Την ίδια στιγμή, η Νέα Ζηλανδία πουλάει μέσω του διαδικτύου «ελληνική φέτα» και «παλαιωμένη ελληνική φέτα», που έχει παρασκευαστεί αποκλειστικά από κατσικίσιο γάλα στην τιμή των 50 δολαρίων το κιλό.
Γιατί όμως φθάσαμε ως εδώ, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε να χάσουμε την πατρότητα της φέτας από τους Καναδούς; Δεν είναι μόνο ότι τα Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) δείχνουν, σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, να έχουν κλείσει τον κύκλο της αποδοτικότητάς τους, αλλά ότι δεν δείχνουμε διάθεση να επενδύσουμε πραγματικά στο μάρκετινγκ, branding ή στον έλεγχο παραγωγής.
Οι περισσότεροι καταναλωτές στο εξωτερικό δεν γνωρίζουν τι γεύση έχει και πώς μοιάζει η αυθεντική φέτα. Μάλιστα πολλοί που την δοκίμαζαν διατείνονται ότι  δεν είναι έτσι η πραγματική φέτα. Όλοι αυτοί, στις διακοπές τους στην χώρα μας, είχαν γευτεί φέτα που στην πραγματικότητα ήταν λευκό τυρί.  Είναι σύνηθες φαινόμενο στα ξενοδοχεία να προσφέρεται λευκό τυρί χωρίς καμία ένδειξη (σ.σ. έτσι δεν υπάρχει παρανομία τυπικά) και οι τουρίστες θεωρούν ότι, αφού βρίσκονται στην Ελλάδα, τρώνε φέτα. Στα δε εστιατόρια επιμένουμε να προσφέρουμε λευκό τυρί στους τουρίστες, ακόμα και μέσα στη χωριάτικη σαλάτα.
Ο Ενιαίος Οργανισμός Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) πραγματοποιεί μεν σεμινάρια στους παραγωγούς και ελέγχει δειγματοληπτικά την παραγωγή φέτας με βάση πλάνο ελέγχων που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο αυτό γίνεται αποσπασματικά. Η πολιτεία οφείλει να λάβει τα μέτρα της σε συνεργασία με τον κλάδο των τυροκομικών προκειμένου να διασφαλίσουμε και την φέτα ΠΟΠ, αλλά κυρίως την αυθεντικότητα του προσφερόμενου προϊόντος σε όλες τις εκφάνσεις του. Πάνω από όλα όμως απαιτείται μια ενιαία στρατηγική μάρκετινγκ, αν πραγματικά επιθυμούμε να περισώσουμε ότι μπορούμε.
Ο Έλληνας κατάφερε και ακύρωσε ο ίδιος ένα από τα πιο σημαντικά όπλα που είχε στη διάθεσή του. Να μετατρέψει τα εκατομμύρια τουριστών που έρχονται κάθε χρόνο στη χώρα μας σε «πρεσβευτές» της αυθεντικής φέτας στο εξωτερικό. Ομως για να συμβεί αυτό θα έπρεπε το προϊόν να είναι ομοιογενές, αυθεντικό (σ.σ. η νόθευση της φέτας είναι προσφιλής πολιτική αρκετών παραγωγών φέτας). Αντ’ αυτού, επέλεξε να χάσει τη μεγάλη εικόνα και να εστιάσει αποκλειστικά στη μείωση του κόστους, υιοθετώντας την λογική της αρπαχτής. Ως εκ τούτου, το όπλο εκπυρσοκρότησε στα χέρια του.

Σήμερα λοιπόν ζητάμε κανένας σε όλο τον κόσμο να μην έχει δικαίωμα να παράγει φέτα, όταν εμείς οι ίδιοι την υποβαθμίζουμε προωθώντας το λευκό τυρί ή κάθε τυρί τύπου φέτας – κάτι το οποίο γνωρίζουν πολύ καλά οι Δανοί και οι Ολλανδοί που θέλουν να μας πάρουν την επωνυμία «φέτα».