Στις 3 Μαΐου 2000, ο Dave Ulmer, σύμβουλος υπολογιστών, έκρυψε έναν κουβά με μπιχλιμπίδια στο δάσος έξω από το Portland (Oregon, USA) και δημοσίευσε τη θέση του σε ένα φόρουμ. Ο κος Ulmer εκείνο το βράδυ εφηύρε, άθελά του, το geocaching, ένα παιχνίδι που, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, έχει ξετρελάνει μικρούς και μεγάλους.
   Τι ακριβώς είναι το geocaching; Πρόκειται για μία σύγχρονη εκδοχή του «κυνηγιού του χαμένου θησαυρού». Στην κεντρική ιστοσελίδα του παιχνιδιού, www.geocaching.com,  διατίθενται οι απαραίτητες πληροφορίες για τους «θησαυρούς» και η εξερεύνηση ξεκινά σε πραγματικές συνθήκες, έξω στη φύση.
   Οι συμμετέχοντες χρησιμοποιούν συσκευές GPS ή άλλες συσκευές προσανατολισμού και πλοήγησης για να ανακαλύψουν ή να κρύψουν κουτιά (γεωκρύπτες-geocaches), οπουδήποτε στον κόσμο. Η κάθε κρύπτη έχει ειδικές συντεταγμένες, οι οποίες δημοσιεύονται στη σχετική ιστοσελίδα.
   Στην κρύπτη υπάρχει συνήθως ένα μικρό αδιάβροχο κουτί, που περιέχει ένα ημερολόγιο και ένα μολύβι για να υπογράψει σ’ αυτό ο παίκτης που θα τη βρει. Ο «θησαυρός» είναι συνήθως αντικείμενα ευτελούς αξίας (διακοσμητικά-παιχνίδια-cd-βιβλία). Οι κρύπτες μπορεί να είναι σε διαφορετικά σχήματα, μεγέθη και με διαφορετικό βαθμό δυσκολίας. Κάποιες φορές μπορεί να απαιτούν και την επίλυση πολύπλοκων γρίφων.
   Στην περιγραφή του κάθε κουτιού υπάρχουν, πέρα από τις συντεταγμένες του, πληροφορίες ιστορικού και πολιτιστικού περιεχομένου για την ευρύτερη περιοχή. Με αυτόν τον τρόπο το geocaching πέρα από ένα ευχάριστο και επιμορφωτικό παιχνίδι αποτελεί έναν οικονομικό «ξεναγό», ένα πολύτιμο εργαλείο για τη διάδοση τουριστικών προορισμών ή απλώς απόμερων τοποθεσιών.
   Ο βασικός κανόνας του παιχνιδιού είναι απλός. Όταν ανακαλύψει το «θησαυρό», ο παίκτης έχει δικαίωμα να πάρει κάποιο αντικείμενο απ’ το κουτί, αρκεί να αφήσει ένα νέο μέσα σ’ αυτό. Υπογράφει, τοποθετεί την κρύπτη πίσω στη θέση της και συνεχίζει για την επόμενη.
   Οι παίκτες μολονότι δεν διεκδικούν κάποιο μεγάλο έπαθλο, κερδίζουν συναρπαστικές εμπειρίες συνδυάζοντας τη διασκέδαση με την περιπέτεια, ερχόμενοι σε επαφή με τη φύση και τον πολιτισμό της περιοχής που επισκέπτονται.
   Σήμερα υπάρχουν 2.556.073 γεωκρύπτες καταχωρημένες σε διάφορες ιστοσελίδες, που είναι αφιερωμένες στο παιχνίδι. Οι κρύπτες είναι τοποθετημένες σε περισσότερες από 100 χώρες σε όλο τον κόσμο, και στις επτά ηπείρους, συμπεριλαμβανομένης και της Ανταρκτικής.
   Το παιχνίδι όντας σχετικά νέο και άγνωστο στην Ελλάδα συνεχίζει  να κερδίζει νέους οπαδούς, καταμετρώντας μέχρι σήμερα 2.500 κρύπτες (εκ των οποίων 120 είναι προσβάσιμες σε ΑΜΕΑ). Αρχικά το παιχνίδι συνεπήρε αποκλειστικά τους λάτρεις της τεχνολογίας, όμως σήμερα η κατηγορία των geocachers έχει διευρυνθεί περιλαμβάνοντας ζευγάρια, οικογένειες και ομάδες από όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Το geocaching στην τουριστική βιομηχανία
   Σημαντικός ο ρόλος του παιχνιδιού στην τουριστική βιομηχανία, αποτελώντας θέλγητρο για έξι εκατομμύρια παίκτες παγκοσμίως, νούμερο το οποίο αυξάνεται συνεχώς. Αποτελεί ιδανική εμπειρία για ταξιδιώτες που αναζητούν έναν διαφορετικό τρόπο διακοπών, καθώς μπορεί να συνδυάσει στοιχεία hiking-trekking, orienteering, συνδυάζεται με άλλα σπορ, προσφέρεται για οικολογικές δράσεις ενώ αποτελεί ευχάριστο εναλλακτικό τρόπο γνωριμίας των παιδιών με το φυσικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου απευθύνεται σε μεγάλη γκάμα τουριστών (νέους, ζευγάρια, οικογένειες, λάτρεις της φύσης και των σπορ, λάτρεις της περιπέτειας).
   Πέρυσι στην Ελλάδα συμμετείχαν 11.473 παίκτες εκ των οποίων Έλληνες ήταν μόνο οι 848. Η ανάπτυξη λοιπόν μιας αντίστοιχης υποδομής στη χώρα μας και η κατάλληλη προβολή από ξενοδοχεία και τουριστικούς προορισμούς (δεν είναι τυχαίο ότι προορισμοί στο εξωτερικό τοποθετούν κρύπτες και στα πιο απόμακρα ή δυσπρόσιτα μέρη –π.χ. απομονωμένα χωριά- ώστε να εμπλουτίσουν την εμπειρία των χρηστών), θα φέρει και την ανάλογη ζήτηση του ειδικού κινήτρου (geocaching), καθιστώντας το εναλλακτική μορφή τουρισμού.
   Ηδη στο εξωτερικό, οργανωμένα τουριστικά γραφεία επενδύουν στην συνεχώς διευρυνόμενη κοινότητα των geocachers, για να τονώσουν την επισκεψιμότητα εντάσσοντας το «κυνήγι του θησαυρού» στα «πακέτα» τους.

 Πηγή: Κείμενο προσαρμοσμένο πάνω σε εξαιρετική εργασία της Μαρκέλλας Γιαννή