«Ευχαριστώ θερμώς δια την αποστολή δειγμάτων της παραγωγής σας… Επιθυμώ να σας συγχαρώ θερμότατα για την πίστην με την οποίαν εργάζεσθε δια την προαγωγήν των κλάδων τούτων της εγχώριας βιομηχανίας μας…». Αυτά έγραφε η ιδιόχειρη επιστολή που απέστειλε, στις 2 Δεκεμβρίου 1933, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Ελαίς, μια επιστολή που αποτύπωνε σε μεγάλο βαθμό το βαρυσήμαντο ρόλο που διαδραμάτιζε τότε η εν λόγω εταιρεία στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και βιομηχανίας.
Η ιστορία της εταιρείας που έμελλε να συνδέσει το όνομά της με το τυποποιημένο ελαιόλαδο και η οποία θα εξελισσόταν στην μεγαλύτερη ελαιουργική επιχείρηση της χώρας, συστήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1920 από μια ομάδα έξι επιχειρηματιών. Πρόκειται για τους μηχανικούς Πολ. Γεωργόπουλο, Μελ. Γκιόκα, τους χημικούς Χαρ. Μαυρειδόπουλο, Κων. Ευγενειάδη, τον φαρμακοποιό Στ. Σταυρή, καθώς και τον εμπνευστή και αρχηγό της ομάδας χημικό – βιομήχανο Αρισ. Μακρή, ο οποίος θα τη ‘’βαφτίσει’’ ‘’Αριστοτέλης Μακρής & ΣΙΑ Ελληνική Βιομηχανική Εταιρεία Ελαιουργικών Επιχειρήσεων’’, με διακριτικό τίτλο την επωνυμία Ελαίς.
Γιος διαπρεπούς χειρούργου από τη Μικρά Ασία, ο Αρισ. Μακρής θα αναλάμβανε το 1910, σε ηλικία 25 ετών, τη διεύθυνση του οικογενειακού ελαιοτριβείου. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους θα αναλάβει τη διοίκηση διαφόρων εργοστασίων με παρεμφερείς δραστηριότητες, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που αρχίζει να ωριμάζει στο μυαλό του η ιδέα της δημιουργίας μιας πρότυπης ελαιουργικής βιομηχανίας. Το όραμά του και τις φιλοδοξίες του θα ασπαστούν πέντε συνολικά άνδρες, οι οποίοι θα καταθέσουν τον οβολό τους, συνολικά 225.000 δρχ.
Η νεότευκτη εταιρεία ξεκινά αρκετά ταπεινά, έχοντας ως μοναδικό τεχνολογικό εξοπλισμό δύο υδραυλικές πρέσες που κατέφθασαν από την Αγγλία, για την έκθλιψη των πόρων. Η δε αρχική παραγωγή της, σε μια έκταση 15 χιλ. τ.μ. στην περιοχή του Νέου Φαλήρου, περιορίζεται στο λινέλαιο και τα μαγειρικά λίπη. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε δύο μόλις χρόνια η Ελαίς περνάει στην κερδοφορία, ενώ εξασφαλίζει και συνεργασία με τη δυναμική τότε Τράπεζα Χίου των αδερφών Πασπάτη, οι οποίοι συνδράμουν στην περαιτέρω ανάπτυξη των κτιριακών εγκαταστάσεων – αρκετά αργότερα, το 1932, η ίδια τράπεζα θα γίνει ο δεύτερος μεγαλομέτοχος της εταιρείας.
Στον απόηχο της μικρασιατικής καταστροφής, η εταιρεία θα εκδηλώσει το κοινωνικό της πρόσωπο προσφέροντας εργασία σε δεκάδες πρόσφυγες, που είχαν μόλις εγκατασταθεί στην περιοχή και ζούσαν σε συνθήκες εξαθλίωσης και ανέχειας. Μάλιστα, τους παρέχει δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, φαγητό, ενώ τους χορηγεί και προσωπικά δάνεια.
Στη δεκαετία του ’30, οι διακυμάνσεις της τιμής και της ποιότητας των πρώτων υλών, καθώς και οι αυξημένες εισαγωγές λινελαίων και σπορελαίων, θέτουν σε δοκιμασία τις επιχειρήσεις παραγωγής ελαίων, με αποτέλεσμα πολλές από αυτές να χρεοκοπήσουν. Αντίθετα, η Ελαίς, αντλώντας συνεχώς νέα δάνεια από την Τράπεζα Χίου, δεν θα υποστεί σοβαρό πλήγμα. Παράλληλα, ο ιδρυτής της, Αρισ. Μακρής, ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό όπου παρακολουθεί από κοντά τις τεχνολογικές εξελίξεις και προβαίνει στην παραγγελία σύγχρονων μηχανημάτων.
Ως ανώνυμη εταιρεία πλέον, η Ελαίς θα κατακτήσει κυρίαρχη θέση στην αγορά των ελαιουργικών επιχειρήσεων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση νέων στρατηγικών εξελίξεων στην ελληνική βιομηχανία. Η επιτυχημένη, όμως, πορεία της θα ανακόπτονταν βίαια με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όταν, επιδεικνύοντας υψηλό αίσθημα ευθύνης, αχρηστεύει μια γραμμή παραγωγής υδρογόνου, μια επένδυση που μόλις είχε υλοποιηθεί, με σκοπό να αποτρέψει τη χρήση της από τον εχθρό για πολεμικούς σκοπούς. Αυτή η ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαρές ζημιές στο εργοστάσιο και να ανασταλεί προσωρινά η λειτουργία του. Η Ελαίς σε υπολειτουργία, παράγει περιορισμένη ποσότητα σπορελαίων, αποκλειστικά για τις ανάγκες του Ερυθρού Σταυρού.
Μετά τους Γερμανούς, το εργοστάσιο θα δεχθεί απανωτά πλήγματα κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού του Πειραιά από την Αγγλική αεροπορία, αλλά και κατά τα Δεκεμβριανά. Για την αποκατάσταση των πολεμικών ζημιών θα λάβει πίστωση το 1945 από την Τράπεζα της Ελλάδος, οπότε και αρχίζει μια νέα περίοδος ανάπτυξης για την χειμαζόμενη εταιρεία, η οποία σύντομα θα παρασκευάσει επώνυμα προϊόντα που θα αφήσουν εποχή.
Το 1947, χρονιά θανάτου του ιδρυτή Αριστοτέλη Μακρή, ο οποίος παρασύρεται έξω από την πύλη του εργοστασίου από διερχόμενο όχημα, αποτελεί ορόσημο για την εταιρεία, που αφουγκράζεται τις προτιμήσεις των καταναλωτών για τροφές πλούσιες σε βιταμίνες και θρεπτική αξία, αλλά και προσιτές –σε αντίθεση με το ακριβό βούτυρο-, με την παραγωγή της μαργαρίνης ‘’Βιτάμ’’, ενώ, λίγο αργότερα, παρασκευάσει τη ‘’Φυτίνη’’ και το τυποποιημένο ελαιόλαδο ‘’Ελαίς’’.
Στη δεκαετία του ’60, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής προοπτικής της ελληνικής οικονομίας, η Ελαίς αναζητεί έναν ισχυρό συνεργάτη, τον οποίο βρίσκει στο πρόσωπο της πολυεθνικής εταιρείας Unilever. Μία δεκαετία περίπου αργότερα, η ελληνική εταιρεία θα δοκιμαζόταν βίαια, αφού η πετρελαϊκή κρίση θα ανέβαζε κατακόρυφα το κόστος παραγωγής, όχι όμως και τις τιμές, ελέω της εφαρμογής αντιπληθωριστικών μέτρων. Μία ‘’περιπέτεια’’ που θα την έσπρωχνε στην ‘’αγκαλιά’’ μιας εκ των μεγαλύτερων παραγωγών τυποποιημένων προϊόντων παγκοσμίως, της Unilever.
Πηγή: Επιχειρείν αλά ΕλληΝΙΚΑ!
