Στην προ πανδημίας εποχή η Αθήνα ως τουριστικός προορισμός γνώριζε στιγμές δόξας. Η πρωτεύουσα είχε αναχθεί σε έναν must προορισμό, έναν προορισμό city break, ιδανικό για ολιγοήμερες αποδράσεις, έναν προορισμό που επιτέλους κατάφερε να αποτινάξει από πάνω του την εικόνα πόλης ως ενδιάμεσου προορισμού για τα νησιά.

Από τα 4 εκατ. αφίξεις του 2015, η Αθήνα έφθασε τα 6,5 εκατ. το 2019 (με κύριους «αιμοδότες» τους Αμερικάνους, Γερμανούς και Γάλλους), όντας ένας από τους πιο hot ευρωπαϊκούς προορισμούς. Ακόμα και μέσα στην οικονομική κρίση, η Αθήνα γέμισε από τουρίστες. 

athina-h-epomenh-mera

Τίποτα δεν έμοιαζε ικανό να ανακόψει αυτή την τάση, που επισφραγίστηκε από την ανέγερση πολλών ξενοδοχειακών brands καθώς και την επέλαση της Airbnb, μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή που ενέσκηψε η πανδημία – το 2020 οι αφίξεις κατακρημνίστηκαν κατά 68%, στα μόλις 2 εκατ., ενώ αυτή τη στιγμή η μέση πληρότητα (σε όσα ξενοδοχεία παρέμειναν ανοικτά) μετά βίας ξεπερνά το 10%.

Διαβάστε επίσης Γιατί εν καιρώ πανδημίας ανοίγουν τόσο πολλά ξενοδοχεία;

Τα πράγματα όμως τώρα δυσκόλεψαν, καθώς η ανάκαμψη, όπως φαίνεται, θα αργήσει να έρθει. Οι 12μηνοι προορισμοί (πόσω μάλλον όταν είναι πυκνοκατοικημένοι) εκτιμάται ότι θα είναι οι τελευταίοι που θα πάρουν μπροστά, δεδομένου ότι και τα επαγγελματικά ταξίδια θα αργήσουν να επανακάμψουν.

Συν τοις άλλοις, τόσο οι Αμερικάνοι (που έχουν πληγεί όσο καμία άλλη χώρα από την πανδημία) όσο και οι Κινέζοι είναι αβέβαιο αν θα ταξιδέψουν τόσο μακριά. Αντιθέτως, αρκετοί Βρετανοί, Γάλλοι και Γερμανοί επέλεξαν τη Αθήνα, χαρακτηρίζοντάς την ως «ασφαλή» προορισμό, την δύσκολη περσινή χρονιά – εξέλιξη άκρως ενθαρρυντική για το κοντινό μέλλον.

Η κατάσταση είναι εξαιρετικά ρευστή και, όπως αντιλαμβανόμαστε, η τουριστική κίνηση θα επηρεαστεί από πληθώρα παραμέτρων, αρκετές από τις οποίες μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα (π.χ. αποφάσεις για αεροπορικές συνδέσεις).

Ωστόσο, ίσως τώρα είναι η ευκαιρία ώστε να επαναπροσδιοριστεί η Αθήνα στο κοινό της (repositioning) και να μην εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το στοιχείο «πολιτισμός», που προσελκύει το 46% των επισκεπτών της (π.χ. επισκέψεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους). 

Στον city break τουρισμό θα πρέπει να προστεθούν και άλλες εναλλακτικές μορφές τουρισμού, όπως ο γαστρονομικός, το yachting, ο τουρισμός πολυτελείας και ευεξίας, ο θαλάσσιος και γιατί όχι και το παραδοσιακό μοντέλο «sea and sun» (ούσα από τις λίγες πρωτεύουσες που συνδυάζουν αυτή την πολυτέλεια).

Η καμπάνια This is Athens, με την πολύτιμη συνδρομή της Aegean, είναι σίγουρα ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Την ίδια στιγμή, η Αθήνα θα πρέπει να κοιτάξει μέσο-μακροπρόθεσμα και να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που ανοίγονται διάπλατα μπροστά της (π.χ. επένδυση στο Ελληνικό, αξιοποίηση του πρώην βασιλικού κτήματος στο Τατόι), προκειμένου να εμπλουτίσει την εμπειρία των ταξιδιωτών και, γιατί όχι, να τους παρακινήσει να μείνουν περισσότερες μέρες.

Πρέπει ωστόσο να κοιτάξει κατάματα και τις χτυπητές αδυναμίες της, που πιέζουν το μέσο όρο αξιολόγησης προς τα κάτω (ο συνολικός βαθμός ικανοποίησης είναι 8,2 μ.ό.), όπως είναι η ηχορύπανση, η δημόσια καθαριότητα, η ατμοσφαιρική ρύπανση, η έλλειψη πρασίνου και πάρκων. Μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν νοείται να μην μπορεί να βελτιώσει στοιχεία που οι ανταγωνιστές της έχουν επιλύσει εδώ και χρόνια...