Η Σουηδία προσφέρει χρήματα σε όσους τρέχουν «υπακούοντας» τα όρια ταχύτητας… Σε ένα πρωτότυπο πείραμα, που εφαρμόστηκε σε μία περιοχή, η Σουηδία θα μοιράζει χρήματα στους «τυχερούς» που θα σέβονται τα όρια ταχύτητας – οι οδηγοί αυτοί θα μπαίνουν σε κλήρωση και θα εισπράττουν τα χρήματα από τα πρόστιμα που θα πληρώνουν οι οδηγοί που ξεπερνούν τα όρια ταχύτητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέση ταχύτητα των οχημάτων στην εν λόγω περιοχή μειώθηκε κατά 22%...

Αν τώρα αναρωτιέστε ποια είναι η σχέση του πειράματος αυτού (σ.σ. στη χώρα μας κάθε χρόνο θρηνούμε περίπου 1.500 νεκρούς στην άσφαλτο, απόρροια συχνά της υπερβολικής ταχύτητας) με το benchmarking, η απάντηση είναι απλή: «κύριοι, δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό για να γίνουμε καλύτεροι». Αν ως λαός δεν μας αρέσει να καινοτομούμε, τουλάχιστον ας καταγράψουμε και -γιατί όχι- να αντιγράψουμε όσα κάνουν οι άλλοι. Διότι, σε αυτή τη ζωή έχεις τρεις επιλογές: είτε καινοτομείς, είτε ακολουθείς, είτε αναρωτιέσαι τι έγινε.

Για χρόνια ακολουθήσαμε την τελευταία επιλογή και βυθιστήκαμε σε μια 10ετή κρίση. Για παράδειγμα, ως μία χώρα με τη μεγαλύτερη φοροδιαφυγή στον ανεπτυγμένο κόσμο (σ.σ. μόνο η Βουλγαρία και ορισμένες άλλες χώρες της πρώην ανατ. Ευρώπης μας περνούν), αντί όλα αυτά τα χρόνια να στείλουμε τον εκάστοτε υπ. Οικονομικών στην Ελβετία ή την Αμερική (χώρες με πολύ χαμηλή φοροδιαφυγή) για να πάρουμε ιδέες, εμείς τον στείλαμε στη Βουλγαρία (sic). Αντί να είχαμε παραδειγματιστεί από άλλες χώρες που βγήκαν από την κρίση σε 2-3 χρόνια, εμείς τα κάναμε όλα λάθος και βγήκαμε σε 10…

Στον τουρισμό τώρα, τη βαριά μας βιομηχανία, φοβάμαι ότι πάλι κλίνουμε, όπως κάναμε πάντα, στην «κουρτίνα Ν. 3». Τόσο σε συλλογικό, όσο και σε ατομικό επίπεδο, χάσαμε την μπάλα, για benchmarking ούτε λόγος… Το destination branding και marketing είναι ακόμη σε νηπιακό επίπεδο, σε αντίθεση με προορισμούς του εξωτερικού που έχουν μεγαλουργήσει (και ας μην έχουν τα θέλγητρά μας). Εμείς εδώ ακόμη πιστεύουμε ότι αν δώσουμε ένα όνομα και φτιάξουμε και ένα λογότυπο, έχουμε κάνει branding

Για συζήτηση για τον υπερτουρισμό που μάστιζε (και θα πλήξει ξανά στο μέλλον) πολλούς ελληνικούς προορισμούς, ούτε λόγος. Σαν όρο τον έχουμε ήδη ξεχάσει. Αλλοι κορεσμένοι προορισμοί πήραν μέτρα, εμείς περιοριστήκαμε σε μέτρα-ασπιρίνες.

Για συζήτηση για την αξιοποίηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού, που θα μας φέρει πιο ποιοτικούς επισκέπτες, ούτε λόγος (πάντα δίναμε έμφαση στην ποσότητα, όχι στην ποιότητα). Το νεκρό διάστημα πέρυσι, ελέω καραντίνας, το αφήσαμε να περάσει αναξιοποίητο, αντί να καταστρώσουμε ένα πλάνο για την επόμενη μέρα.

Διότι, αν το πλάνο για την επόμενη μέρα είναι να προβούμε σε προσφορές, όπως είπε ο υπουργός, τότε φοβάμαι ότι βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Ετσι θα φέρουμε τον ποιοτικό τουρίστα; Για άλλη μια φορά, αν δεν ξέρουμε, ας παραδειγματιστούμε από τους άλλους.

Οχι, βέβαια, πώς σε ατομικό επίπεδο τα πήγαμε καλύτερα. Πολλές επιχειρήσεις, όλο αυτό το διάστημα, διέκοψαν κάθε μορφή επικοινωνίας με το κοινό τους. Η περίοδος που ακόμη διανύουμε θα έπρεπε να είναι μία περίοδος ενδοσκόπησης: να δούμε τα λάθη μας, να βελτιωθούμε, να προετοιμαστούμε για την επόμενη μέρα... Για πολλούς χάθηκε και μία ευκαιρία επιμόρφωσης (π.χ. παρακολουθώντας σεμινάρια ή απλώς πειραματιζόμενοι), προκειμένου να βγουν από αυτή την κρίση πιο δυνατοί.

Γιατί το περιβάλλον αλλάζει και πρέπει, αν δεν μπορούμε να καινοτομήσουμε, τουλάχιστον να προσαρμοστούμε (και το benchmarking, δηλαδή η συγκριτική αξιολόγηση, θα μπορούσε να είναι ένας άκρως πολύτιμος οδηγός).