Το 1849, η είδηση για την ύπαρξη κοιτασµάτων χρυσού στην Καλιφόρνια προσέλκυσε έναν φτωχό Γερµανοεβραίο µετανάστη, που πίστευε ότι οι χρυσοθήρες θα χρειάζονταν σκληρό καµβά για να φτιάξουν σκηνές και σκέπαστρα για τα βαγονέτα. Όµως, το παράπονο ενός ιδιότροπου χρυσοθήρα θα τον οδηγούσε να φτιάξει ανθεκτικά παντελόνια, καθιστώντας το όνοµα του συνώνυµο του τζιν.
levis-strauss-overalls

Ο Βαυαρός Λόεµπ (Λέβι) Στράους έφθασε στο Σαν Φρανσίσκο το 1853, σε ηλικία 24 ετών, όπου άνοιξε ένα κατάστηµα µε είδη νεωτερισµού και έπεισε τα δύο αδέρφια του να τον προµηθεύουν µε µετάξι, υφάσµατα, µαξιλάρια, κουβέρτες και λίγα είδη πολυτελείας. Σύντοµα πρόσθεσε στη γκάµα των εµπορευµάτων του και παντελόνια, τα οποία έφτιαχνε από σκληρό καµβά. Οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά, καθώς ο Στράους είχε αποκτήσει στην περιοχή τη φήµη του έντιµου εµπόρου που δεν προσπαθούσε να εξαπατήσει τους χρυσοθήρες, που ήταν σύνηθες φαινόµενο τα χρόνια εκείνα του παροξυσµού.
Όλα όµως έµελλε να αλλάξουν όταν το 1872 έλαβε γράµµα από έναν ράφτη, τον Τζέικοµπ Ντέιβις, που περιέγραφε πώς ο ίδιος έφτιαχνε παντελόνια µε τσέπες, που ήταν από χοντρό ύφασµα και διέθεταν µεταλικές κόπιτσες στις ραφές. Η ιδέα τού είχε έρθει όταν ένας ιδιόρρυθµος χρυσοθήρας παραπονέθηκε για τις τσέπες που αδυνατούσαν να συγκρατήσουν το χρυσάφι. Ο φτωχός ράφτης ζήτησε από τον Στράους να συνεργαστούν και να τον βοηθήσει να πληρώσει τα 68 δολάρια που χρειαζόταν για να κατοχυρώσει την ευρεσιτεχνία του. Η ιδέα ενθουσίασε τον Γερµανό µετανάστη, ο οποίος απάντησε θετικά και έτσι τον επόµενο χρόνο κατοχύρωσαν την πατέντα, κάτι βέβαια που δεν στάθηκε ικανό να εµποδίσει τις µελλοντικές αποµιµήσεις.
levi-straus-patent
Το 1873 ξεκίνησε η παραγωγή των πρώτων «waist overalls» (η ονοµασία «τζιν» έκανε την εµφάνισή της πολύ αργότερα – εξάλλου, ο Στράους δεν χρησιµοποίησε ποτέ τον όρο αυτό), τα οποία διέθεταν επιπλέον τσέπη για το ρολόι, πισινή τσέπη, κουµπιά για τις τιράντες και ελαστική ζώνη στο πίσω µέρος για να προσαρµόζεται στη µέση. Ήταν φτιαγµένα από βαµβακερό χοντρό ύφασµα από την πόλη Νιµ της Γαλλίας (εξ ου το «serge de Nimes» και αργότερα «denim»), το οποίο δεν ερέθιζε το δέρµα, όπως οι λινάτσες που είχαν εν τω µεταξύ εξαντληθεί, και επιπλέον, «έµπαινε» όταν βρεχόταν. Αυτό άρεσε στους ανθρώπους της εποχής, οι οποίοι περνούσαν από ρυάκια και έβλεπαν το παντελόνι να προσαρµόζεται στο σώµα τους. Μάλιστα, τα αγόραζαν πιο µακριά σε µήκος, προκειµένου να διπλώνουν τις άκρες και να τις χρησιµοποιούν ως τασάκι ή για να βάζουν τα νύχια των αλόγων.
Τα «blue jeans» (βάφτηκαν µπλε για να µην είναι ευδιάκριτοι οι λεκέδες από λάδι) έγιναν ανάρπαστα από τους εργαζόµενους άνδρες της εποχής εκείνης, λόγω κυρίως της εξαιρετικής ποιότητάς τους. Για να καλύψει τη συνεχώς αυξανόµενη ζήτηση, ο Στράους κατασκεύασε ένα εργοστάσιο, όπου απασχολούσε 60 ράφτρες, κάθε µία από τις οποίες έραβε ένα ολόκληρο παντελόνι χρησιµοποιώντας 15 κοµµάτια υφάσµατος. Όσες ήταν καλύτερες, κατάφερναν να ράψουν πέντε παντελόνια την ηµέρα, κερδίζοντας έτσι τρία δολάρια, ποσό ιδιαίτερα υψηλό για τα δεδοµένα της εποχής.
Το 1886, ο Στράους, για να ενισχύσει τη φήµη τού «παντελονιού των εργατών», έραψε το δερµάτινο σήµα που απεικόνιζε δύο άλογα που προσπαθούσαν να σκίσουν ένα τζίν, προσφέροντας ένα τζιν δώρο σε όποιον κατάφερνε να το σκίσει, ενώ την ίδια χρονιά καθιερώθηκε το µοντέλο 501. Αργότερα, προστέθηκε η δεύτερη πισινή τσέπη και οι πρώτες θηλιές για τη ζώνη, ενώ το 1936 τοποθετήθηκε το σήµα κατατεθέν στην πίσω δεξιά τσέπη σε κόκκινο φόντο και µε άσπρα γράµµατα, ώστε να είναι διακριτό από µακριά. Ένα χρόνο αργότερα, καταργήθηκαν τα κουµπιά για τις τιράντες, ενώ τα καρφιά στις πίσω τσέπες καλύφθηκαν µε ύφασµα για να µην γδέρνουν τη σέλλα και τα έπιπλα.
Τη δεκαετία του ’20 τα waist overalls ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στην εργατική τάξη της Δύσης. Με τη διάδοση του αυτοκινήτου, όμως, θα εξαπλώνονταν σε όλη την Αμερική καθώς οι κάτοικοι της Ανατολής θα επέστρεφαν από τις εκδρομές τους στη Δύση έχοντας να διηγηθούν ιστορίες σχετικά με τα ανθεκτικά παντελόνια που φορούσαν εκεί. Ο μύθος ενισχύθηκε περαιτέρω στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν η αμερικάνικη κυβέρνηση χαρακτήρισε το τζιν ως αναγκαίο αγαθό για τις ανάγκες του έθνους επιτρέποντας την πώλησή του μόνο σε όσους παρήγαγαν προϊόντα για την άμυνα της χώρας. Στη δεκαετία του '50 η εξέγερση των νέων ενάντια στον κοινωνικό κομφορμισμό έφερε τη μαζική εξάπλωσή του. Μία έρευνα το 1958 στις Η.Π.Α. αποκάλυπτε ότι το 90% των νέων φορούσε το τζιν σε όλες τις περιστάσεις.
Το 1960, τα Levi’s διαφηµίστηκαν για πρώτη φορά ως «jeans», αν και αυτή η ονοµασία είχε ήδη επικρατήσει εκ παραδρομής (χάρη σε µια παραφθορά της καθοµιλουµένης που ταύτιζε το ύφασµα ντένιµ µε το τζιν) αρκετά χρόνια πιο πριν. Η λέξη jean προερχόταν από την ιταλική πόλη Τζένοα και υποδήλωνε τον τύπο παντελονιού που φορούσαν στα τέλη του 16ου αιώνα οι ναύτες της πόλης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Στράους πρόσφερε υποτροφίες σε πανεπιστήµια, ενώ δώρισε τεράστια ποσά σε ιδρύµατα και ορφανοτροφεία. «Τα χρήµατα δεν φέρνουν ευτυχία στους ιδιοκτήτες τους. Το να τα µοιράζεσαι φέρνει µεγαλύτερη χαρά», συνήθιζε να λέει. 
Παρέµεινε ως το τέλος ανύπαντρος και σ’ αυτό συνέβαλε η χήρα αδερφή του, η οποία, έχοντας επτά παιδιά (αργότερα τα τέσσερα αγόρια της θα κληρονοµούσαν την επιχείρηση και το µεγαλύτερο µέρος της περιουσίας του θείου τους που έφθανε τα έξι εκατομμύρια – οι απόγονοί τους τη διοικούν ακόµα), του γνώριζε µόνο παντρεµένες γυναίκες.
Η αντίστροφη µέτρηση για τον Λέβι Στράους άρχισε το 1902, όταν αρρώστησε βαριά. Τότε αποφάσισε να ξεκουραστεί για να αποκατασταθεί η υγεία του, αλλά δυστυχώς η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Στις 27 Σεπτεµβρίου 1902, ξύπνησε στον ύπνο του και είπε στη νοσοκόµα που τον φρόντιζε ότι αισθανόταν πολύ ωραία. Μόλις αποκοιµήθηκε, πέθανε. Την επόµενη µέρα, όλα τα τοπικά καταστήµατα ήταν κλειστά για να µπορέσει ο κόσµος να παραβρεθεί στην κηδεία του «μεγάλου εμπόρου και φιλάνθρωπου».