Μολονότι είχε χαρακτηριστεί από πολλούς ως η διάδοχος του Αλεξάντερ Μακ Κουίν και του Τζον Γκαλιάνο, η ίδια επέμενε να κρατάει χαμηλά τους τόνους. «Απλώς κάνω τη δουλειά μου», υπογράμμιζε στις συνεντεύξεις της, πιστή πάντα στη διατήρηση χαμηλού προφίλ. Ο λόγος για τη Σοφία Κοκοσαλάκη, μια διεθνούς φήμης σχεδιάστρια μόδας, που με τα ρούχα της «ταξίδεψε» την Ελλάδα σε όλο τον κόσμο.

Γεννημένη στην Αθήνα το 1972, κόρη Ηρακλειώτη πολιτικού μηχανικού και Χανιώτισσας δημοσιογράφου, η Σοφία Κοκοσαλάκη δεν θα αργούσε να ανακαλύψει το πηγαίο της ταλέντο στο σχεδιασμό ρούχων καθώς ήδη από τα έξι της χρόνια αρχίζει να σχεδιάζει ρούχα. Αν και θα σπουδάσει αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με σκοπό να γίνει δημοσιογράφος ή δικηγόρος, δεν θα εγκαταλείψει ποτέ αυτό που πραγματικά την συνάρπαζε.
Αποφοιτώντας από το πανεπιστήμιο και βλέποντας γύρω της τη μέτρια δουλειά όσων ασχολούνται με τη μόδα στην Ελλάδα, αποφασίζει να μετατρέψει το χόμπι της σε επάγγελμα. Γράφεται με ενθουσιασμό και διάθεση για να διευρύνει τις γνώσεις της σε ιδιωτική σχολή, την καλύτερη, υποτίθεται, στην Ελλάδα, όμως σύντομα απογοητεύεται.
Η ίδια δεν το βάζει κάτω. Συνεχίζει να σχεδιάζει ρούχα και σύντομα, κάνοντας τις κατάλληλες γνωριμίες, θα καταφέρει να βάλει τη δουλειά της σε ορισμένα γυναικεία περιοδικά. Τα ρούχα της, όμως, θεωρούνται πολύ μοντέρνα και πρωτοποριακά για τα ελληνικά δεδομένα, με αποτέλεσμα να μην έχουν απήχηση.
Όντας πεισματάρα και φιλόδοξη, αποφασίζει να πάει στο Λονδίνο για να συνεχίσει τις σπουδές της στο σχέδιο μόδας, στο St. Martins College, την κορυφαία Σχολή Καλών Τεχνών στην Αγγλία. Άρτι αφιχθείσα το 1996 στο κέντρο της μόδας, και σε μια σχολή που βρίσκεται στο μικροσκόπιο όλων των μεγάλων ονομάτων του χώρου για την ανεύρεση ταλέντων, η Σοφία Κοκοσαλάκη αντιλαμβάνεται πλέον ότι κρατάει την τύχη στα χέρια της.
Μετά την αποφοίτησή της, στην Εβδομάδα Μόδας του Λονδίνου, το 1999, θα σχεδιάσει την πρώτη της κολεξιόν, η οποία, ελλείψει ρευστού, αριθμεί περιορισμένα κομμάτια. Εναποθέτει όλες της τις οικονομίες, συνολικά 2000 λίρες, για το σχεδιασμό των κομματιών και τη διοργάνωση του show, με την ελπίδα να τραβήξει την προσοχή. Η τόλμη της θα ανταμειφθεί, αφού σύντομα θα κληθεί να κάνει την πρώτη της επίδειξη μπροστά στα βλέμματα συντακτών μόδας εντύπων, όπως η Vogue και οι New York Times.
Η Ελληνίδα σχεδιάστρια είχε μόλις βάλει το πρώτο λιθαράκι για την επίτευξη μιας αξιοζήλευτης διεθνούς καριέρας σε έναν τόσο ανταγωνιστικό κλάδο, όπως είναι αυτός της μόδας. Λίγα χρόνια μετά, το 2001, θα κερδίσει τον τίτλο του καλύτερου νέου σχεδιαστή και το 2003 το βραβείο του καλύτερου σχεδιαστή νέας γενιάς, καταφέρνοντας έτσι να καταστήσει το όνομά της αναγνωρίσιμο στους κύκλους της μόδας.
Τα επόμενα χρόνια, και ενώ έχει σχεδιάσει τα ρούχα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, οι επιτυχίες της διαδέχονται η μία την άλλη. Χρησιμοποιώντας νέες τεχνολογίες στη σχεδίαση, προκειμένου να προσδώσει ξεχωριστή ταυτότητα στα ρούχα της, και με έντονες καταβολές από τον ενδυματολογικό κώδικα της μινωικής περιόδου, της κλασικής Ελλάδας και της Κρήτης (δεν είναι τυχαίο ότι πολλές επιδείξεις  της «συνοδεύονται» από τον ήχο της κρητικής λύρας), η Σοφία Κοκοσαλάκη θα κατάφερνε να γνωρίσει τη διεθνή καταξίωση.
Τα επόμενα χρόνια η Σοφία Κοκοσαλάκη ζει και εργάζεται στο Παρίσι, όπου παρουσιάζει show κάθε έξι μήνες. Αν και δουλεύει ακατάπαυστα, φροντίζει να κρατάει την προσωπική της ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, επιδιώκοντας συχνά να περνά απαρατήρητη. Πειραματίζεται με μουσελίνα, δέρμα και ζέρσεϊ και εμπνέεται από την πατρίδα της, καταφέρνοντας έτσι να αφήσει το δικό της στίγμα στον απαιτητικό χώρο της μόδας.
Δυστυχώς τα όνειρα και το έργο της διεθνούς φήμης ελληνίδας θα διακοπούν πρόωρα, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο, πριν δύο μήνες. Η μάχη ήταν άνιση και η Σοφία Κοκοσαλάκη άφησε σήμερα την τελευταία της πνοή, στα 46 της χρόνια.