H Ryanair ιδρύθηκε το 1985 και από τα πρώτα της βήματα έσπευσε να υιοθετήσει το επιτυχημένο μοντέλο της Southwest, αμερικάνικης low-cost εταιρείας, η οποία φημίζεται όχι μόνο για τα χαμηλά της ναύλα, αλλά και τον υψηλό βαθμό ικανοποίησης τόσο των πελατών της όσο και του προσωπικού της. Ωστόσο, η ιρλανδική εταιρεία φαίνεται ότι πήγε ένα βήμα παραπέρα…

 Η εταιρεία-σύμβολο του ιρλανδικού καπιταλισμού, που γνώρισε αλματώδη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια και η οποία απολαμβάνει μία ιδιότυπη ασυλία από την ιρλανδική κυβέρνηση, βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στο μάτι του κυκλώνα με αφορμή τις 2.000 ακυρώσεις πτήσεων που ανακοίνωσε, οι οποίες επηρεάζουν 400.000 ταξιδιώτες και αναμένεται να της κοστίσουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό που μπορεί να φθάσει και τα 40 εκατ. ευρώ.

Η εταιρεία δικαιολογεί τις ακυρώσεις επιστρατεύοντας διάφορες δικαιολογίες όπως τις νέες ρυθμίσεις αναφορικά με τη διάρκεια εργασίας των πιλότων, τη Γαλλική Υπηρεσία Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας, τον άσχημο καιρό στην Ιταλία, τις «άδειες» των πιλότων ή «για να βελτιωθεί η επιχειρησιακή απόδοση των χρονοδιαγραμμάτων και να αποκατασταθεί η ακρίβεια».

Η αλήθεια είναι όμως λίγο διαφορετική και άπτεται των άσχημων εργασιακών συνθηκών που επικρατούν στην επιχείρηση, όπου σημαντική μερίδα των εργαζομένων της βιώνει έναν εργασιακό μεσαίωνα. Ως εκ τούτου, η Ryanair δείχνει να ξεμένει από πιλότους, οι οποίοι πηγαίνουν σε άλλες εταιρείες λόγω καλύτερων αμοιβών και συνθηκών εργασίας. Μόνο τον τελευταίο χρόνο, 700 πιλότοι της Ryanair έχουν παραιτηθεί, 140 εκ των οποίων έχoυν αποχωρήσει τις τελευταίες μέρες και έχουν βρει καταφύγιο στην ανταγωνιστική Norwegian.

Οι ιθύνοντες του μάρκετινγκ διατείνονται ότι ο «δυσαρεστημένος υπάλληλος είναι τρομοκράτης», ικανός να δημιουργήσει μεγάλη ζημιά στην επιχείρηση. Αυτό ακριβώς βιώνει σήμερα η Ryanair.

Διότι πίσω από τις όμορφες και καλοσιδερωμένες στολές του προσωπικού της κρύβεται μια διαφορετική αλήθεια. H εταιρεία απασχολεί αρκετούς εργαζόμενους με τη μέθοδο της «αυτοαπασχόλησης», οι οποίοι φυσικά δεν έχουν τα δικαιώματα ενός εργαζομένου πλήρους και μόνιμης απασχόλησης – με την πρακτική αυτή ο εργοδότης απαλλάσσεται των δαπανών ασθένειας, επιδόματος διακοπών και ασφαλιστικών εισφορών. Στην περίπτωση της Ryanair, όταν ένας πιλότος αρρωστήσει ή χάσει τη δουλειά του, δεν δικαιούται κανένα σχετικό επίδομα.

Η εταιρεία επίσης απεχθάνεται τον συνδικαλισμό και το δείχνει απολύοντας με συνοπτικές διαδικασίες όποιον τολμήσει να αναπτύξει συνδικαλιστική δράση. Η αλήθεια είναι ότι αν υπήρχε αποτελεσματική συνδικαλιστική οργάνωση, θα υπήρχαν καλύτεροι μισθοί και καλύτερες εργασιακές συνθήκες και, ίσως, αυτή η κρίση να είχε αποφευχθεί.

Οι πιλότοι συχνά καλούνται να εργαστούν περισσότερες ώρες από το προβλεπόμενο, χωρίς επαρκή ξεκούραση και άδειες, εμφανίζοντας το περίφημο σύνδρομο καψίματος (burn-out syndrome), ενώ συχνά καλούνται να πληρώσουν το δωμάτιο του ξενοδοχείου, ακόμη και τα γεύματά τους.

Αν σε όλα αυτά προστεθούν μια σειρά από άδικες έως και παράλογες πολιτικές που πλήττουν τους υπαλλήλους (π.χ. το προσωπικό καλείται να πληρώσει για την εκπαίδευσή του, τις στολές, ακόμη και για το νερό που θα πιει κατά τη διάρκεια της πτήσης – ο ιδρυτής της εταιρείας συχνά τους προτρέπει να κλέβουν ακόμη και τα στυλό από τα δωμάτια των ξενοδοχείων), τότε αντιλαμβανόμαστε πώς αυτή η εταιρεία διαθέτει τόσο ανταγωνιστικά ναύλα.

Πριν λίγες ημέρες η εταιρεία έκανε μια προσφορά για €10.000 ανά πιλότο για να εξαγοραστεί μια εβδομάδα απ’ την ετήσια άδεια τους, η οποία ωστόσο απορρίφθηκε, με αρκετούς από αυτούς να θεωρούν ότι ήρθε «πολύ αργά και είναι πολύ μικρή». Παράλληλα, σε μια προσπάθεια να μειώσει την αποσκίρτηση των πιλότων της, φέρεται να υποσχέθηκε στους κυβερνήτες των αεροσκαφών ότι, αν παραμείνουν στην Ryanair, θα λαμβάνουν πλέον 10.000 ευρώ περισσότερα ετησίως, ενώ οι συγκυβερνήτες θα παίρνουν επιπλέον 5.000 ευρώ. Επίσης, υποσχέθηκε «μπόνους παραγωγικότητας» έως και 12.000 ευρώ, ενώ δεσμεύτηκε να αλλάξει το σύστημα προγραμματισμού των βαρδιών έτσι ώστε «οι μέρες της άδειας να είναι πραγματικά μέρες άδειας».