Μια ιστορική εταιρεία, άρρηκτα συνυφασμένη με την άγρια δύση, έκανε αίτηση για να υπαχθεί στο άρθρο 11 περί χρεοκοπίας. Ο λόγος για την Colt, την εμβληματική βιομηχανία κατασκευής όπλων, η οποία είδε τις πωλήσεις των τουφεκιών της να συρρικνώνονται τα τελευταία χρόνια. Ας δούμε την άκρως ενδιαφέρουσα ιστορία του Σάμιουελ Κολτ, του ανθρώπου που θα άλλαζε τον ρου των πολέμων τον 19ο και 20ο αιώνα (πηγή: Γνωστά Ονόματα Αγνωστες Ιστορίες 2)..

Το 1832, ένας 18χρονος κατέθεσε αίτηση ευρεσιτεχνίας για ένα όπλο που θα µπορούσε να ρίξει περισσότερες από µία σφαίρες. «Θα επιστρέψω σύντοµα µε ένα βελτιωμένο µοντέλο», είχε δηλώσει τότε γεμάτος αυτοπεποίθηση. Τρία χρόνια αργότερα, το περίστροφο του νεαρού θα έφερνε πραγµατική επανάσταση, αφού σε μεγάλο βαθμό θα καθόριζε την έκβαση των πολέµων ανά τον κόσµο.
Ο Σάμιουελ Κολτ, ο οποίος γεννήθηκε το 1814 στο Κονέκτικατ, εργάστηκε στο µικρό εργοστάσιο παραγωγής υφασµάτων του πατέρα του και από µικρή ηλικία επέδειξε ενδιαφέρον για τα µηχανήματα του εργοστασίου. Είχε ως χόµπι να τις διαλύει σε κοµµάτια και ύστερα να τις συναρµολογεί, ενώ σύντοµα άρχισε να κάνει το ίδιο µε τα όπλα του πατέρα του.
Σε ηλικία 15 χρονών, ο µικρός εκδιώχθηκε από το σχολείο, αφού σε µια εκδήλωση µε πυροτεχνήµατα κόντεψε να κάψει όλο το συγκρότηµα. Αναζητώντας νέες εµπειρίες και περιπέτειες, σάλπαρε ως ναύτης για την Καλκούτα της Ινδίας, όταν του ήρθε η ιδέα να κατασκευάσει ένα ξύλινο περίστροφο. Εικάζεται ότι η έµπνευση του ήρθε όταν παρατήρησε στο κατάστρωµα τον περιστρεφόµενο τροχό του πλοίου και τον µηχανισµό που τον επανέφερε στην αρχική του θέση.
Γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα του, ο Κολτ κατασκεύασε δύο εξάσφαιρα µοντέλα, ανατρέποντας έτσι την παραδοσιακή εικόνα του όπλου που µέχρι τότε µπορούσε να ρίξει µόνο µια σφαίρα τη φορά. Το επονομαζόμενο revolver (ελληνικά αποδίδεται ως "περίστροφο") είχε έναν μεταλλικό κύλινδρο με υποδοχές για σφαίρες (μύλος), ο οποίος περιστρεφόταν κατά μία θέση κάθε φορά που ο κόκορας σηκωνόταν.
Το 1832, ο 18χρονος περιοδεύει ανά τη χώρα ψυχαγωγώντας τους περαστικούς ως Doctor Coult, σε µια προσπάθεια να συγκεντρώσει κεφάλαια για να τελειοποιήσει την εφεύρεσή του. Τελικά, το 1835 κατάφερε να κατοχυρώσει την ευρεσιτεχνία του και ένα χρόνο αργότερα σπεύδει να ανοίξει ένα εργοστάσιο παραγωγής πιστολιών. Δυστυχώς, όµως, το όπλο µε την περιστρεφόµενη θαλάµη κρίθηκε ως ανεπαρκές από τον αµερικάνικο στρατό, που διατηρούσε τις αµφιβολίες του για την αποτελεσµατικότητά του, µε αποτέλεσµα η επιχείρησή του να κηρύξει πτώχευση το 1842.
Η αποτυχία αυτή δεν πτόησε τον φιλόδοξο εφευρέτη που αναζήτησε άλλα ενδιαφέροντα. Έτσι λοιπόν ανακάλυψε τον πρώτο θαλάσσιο εκρηκτικό µηχανισµό που θα µπορούσε να τεθεί σε λειτουργία µε τη χρήση τηλεχειριστηρίου, ενώ λίγο αργότερα ανέπτυξε το πρώτο υποθαλάσσιο σύρµα τηλεγράφου. Όµως, το 1847 ξέσπασε ο πόλεµος στο Μεξικό και ο αµερικάνικος στρατός, αναγνωρίζοντας την αποτελεσµατικότητα των όπλων του Κολτ στις συγκρούσεις µε τους Ινδιάνους, του ζήτησε να κατασκευάσει 1.000 πιστόλια.
Ο Κολτ, μολονότι δεν είχε ούτε ένα όπλο στα χέρια του αλλά ούτε και εργοστάσιο, άδραξε την ευκαιρία και ανέθεσε σε άλλον κατασκευαστή την παραγωγή του µοντέλου που είχε κατοχυρώσει µερικά χρόνια πιο πριν. Τελικά, το 1855 δημιούργησε το µεγαλύτερο εργοστάσιο µαζικής παραγωγής όπλων, όπου εφήρµοσε, πέραν της στρατιωτικής πειθαρχίας που επέβαλε, πρωτοποριακές µεθόδους παραγωγής, ενώ υιοθέτησε καινοτόµα συστήµατα επιβράβευσης –όπως την καθιέρωση του 10ωρου εργασίας µε µια ώρα διάλειµµα για το µεσηµεριανό γεύµα και ειδικό χώρο όπου θα µπορούσαν να διαβάσουν εφηµερίδες και να συζητήσουν– για να κάνει τους υπαλλήλους του πιο παραγωγικούς.
Σύντοµα, η υψηλή ποιότητα και η αξιοπιστία των όπλων του τον κατέστησαν αναγνωρίσιμο σε όλη την αµερικάνικη ήπειρο και αργότερα στην Ευρώπη. Το εργοστάσιό του κατασκεύαζε 150 όπλα την ηµέρα καθιστώντας τον εφευρέτη εκατοµµυριούχο. Ενδεικτικό ήταν και το σλόγκαν της εταιρείας: «Ο Θεός δημιούργησε τους ανθρώπους, αλλά ο Σάμιουελ Κόλτ τους έκανε ίσους».
Ο Κολτ, που σχεδίασε επίσης τρία περίστροφα και δύο τουφέκια, αποδείχθηκε ιδιοφυΐα στο µάρκετινγκ και τις δηµόσιες σχέσεις, αφού προσέλαβε στρατιωτικούς για να προωθήσουν τα περίστροφά του σε άλλες Πολιτείες, ενώ παρασκηνιακά ασκούσε µεγάλη επιρροή σε κυβερνητικά στελέχη, βάζοντας ουσιαστικά τα θεμέλια για τον «θεσμό» της οπλοκατοχής στην Αμερική. Την ίδια στιγµή ταξίδευε στην Ευρώπη όπου προσέγγιζε τις αντιµαχόµενες πλευρές λέγοντάς τους ότι οι αντίπαλοί τους έχουν προµηθευτεί τα όπλα του. Η τακτική αυτή απέδωσε τα µέγιστα, αφού πολλές χώρες έδιναν µεγάλες παραγγελίες για να µην µείνουν πίσω στο πεδίο των μαχών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον αµερικάνικο Εµφύλιο τα όπλα τού Κολτ χρησιµοποιήθηκαν και από τις δύο πλευρές.
Δυστυχώς ο Σάµιουελ Κολτ, που υπέφερε από χρόνιους ρευματισμούς, δεν έζησε αρκετά για να δει, το 1873, το περίφηµο «45άρι Κολτ», το όπλο που ταυτίστηκε µε την Άγρια Δύση. Η ζωή εξάλλου δεν ήταν πολύ ευγενική μαζί του, καθώς έχασε τη μητέρα του όταν ήταν δύο χρονών, δύο αδερφές του πέθαναν σε νεαρή ηλικία, μία ακόμη αυτοκτόνησε, ενώ έχασε τέσσερα από τα πέντε παιδιά του. Πέθανε από φυσικά αίτια το 1862, έχοντας ήδη προλάβει να κατασκευάσει 400.000 όπλα, σε ηλικία µόλις 48 χρονών, µε την περιουσία του να ανέρχεται στα 15 εκατοµµύρια δολάρια. Η οικογένεια Κολτ διεύθυνε την επιχείρηση μέχρι το 1901, όταν αποφάσισε να την πουλήσει σε μια ομάδα επενδυτών – μέχρι σήμερα η Colt Manufacturing έχει κατασκευάσει 30 εκατομμύρια όπλα.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα, Αγνωστες Ιστορίες 2 (Εκδ. Σταμούλης)

.