«Βρες μια ανικανοποίητη ανάγκη, ένα κενό, και ικανοποίησέ την». Πρόκειται ίσως για τη φράση που περιγράφει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο τι εστί μάρκετινγκ. Μία ανικανοποίητη ανάγκη που σίγουρα όλες σχεδόν οι γυναίκες έχουν βιώσει σε κάποια στιγμή της ζωής τους, χωρίς όμως καμία να σκεφτεί να την ικανοποιήσει.
Μπορεί, λοιπόν, ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες γόβες να αλλάξει τη ζωή ενός άνεργου άνδρα; Οσοι βιαστείτε να απαντήσετε, διαβάστε το κείμενο που ακολουθεί. Τα επιχειρηματικά διδάγματα που θα αντλήσετε, ανεκτίμητα.
Ο Βρετανός Ματ Χόραν είχε σπουδάσει ψυχολογία και μόλις είχε απολυθεί από ένα κρουαζιερόπλοιο. Η ζωή του έμελλε να αλλάξει ένα βράδυ καθώς επέστρεφε με τη σύντροφό του σπίτι. Εκείνη δυσκολευόταν να περπατήσει εξαιτίας του πόνου που της προκαλούσαν οι αγαπημένες της γόβες-στιλέτο.
Ως ιππότης που ήταν, την κουβαλούσε στην πλάτη του, όταν την προέτρεψε να φοράει πιο βολικά παπούτσια, ή να έχει πάντα στην τσάντα της ένα τυλιγμένο ζευγάρι εναλλακτικών υποδημάτων. Όταν εκείνη του απάντησε πως δεν υπήρχε κάτι τέτοιο, τότε ο άνεργος βρετανός αντιλήφθηκε, σε μια στιγμή ιδιοφυίας, ότι μόλις είχε χτυπήσει χρυσό.
Την ακούμπησε σε έναν τοίχο για να ξεκουραστεί και έγραψε στο κινητό μου «Να εφεύρω τα παπούτσια που τυλίγονται».
Την επόμενη ημέρα κιόλας, άρχισε την έρευνα αγοράς, στο διαδίκτυο και συνομιλώντας με φίλους. Ρώτησε συνολικά 1000 γυναίκες, οι οποίες ενθουσιάστηκαν με την ιδέα του αλλά και με το πρωτότυπο που τους παρουσίασε. Μολονότι δεν είχε απολύτως καμία ιδέα από επιχειρήσεις, η σκέψη να δημιουργήσει τα πρώτα «τυλιχτά» παπούτσια στον κόσμο και το πρώτο αυτόματο μηχάνημα στο οποίο αυτά θα πωλούνταν έξω από τα βρετανικά μπαρ, τον συνεπήρε.
Φίλοι και συγγενείς τον αποθαρρύνουν, διατεινόμενοι ότι αν η ιδέα ήταν τόσο καλή θα την είχε σκεφτεί και υλοποιήσει ήδη κάποιος άλλος. Ακόμη και οι κατασκευαστές αυτόματων μηχανημάτων αλλά και οι ιδιοκτήτες μπαρ χλευάζουν την ιδέα του. Αυτός όμως δεν κάνει πίσω. Επιστρέφει στο πατρικό του, για να μειώσει τα έξοδα, παρακολουθεί δωρεάν σεμινάρια διοίκησης επιχειρήσεων, και με κομπόδεμα 6000 λίρες (περίπου 8.000 ευρώ) ιδρύει την Rollasole.
Καταφέρνει μετά από πολλά, να χωρέσει τη συσκευασία με τα υποδήματα μέσα στον αυτόματο πωλητή, ενώ, γνωρίζοντας ότι οι συντοπίτες του δεν αρέσκονται να τοποθετούν μετρητά στο μηχάνημα, εξασφαλίζει τη χρήση κάρτας. Καθοδηγούμενος από την έρευνα αγοράς, βρίσκει ότι οι γυναίκες είναι διατεθειμένες να πληρώσουν από 5 έως 7 λίρες.
Εν τέλει, ένα μπαρ στο Μπρίστολ δέχθηκε να τοποθετήσει μέσα στις εγκαταστάσεις του ένα τέτοιο μηχάνημα πώλησης. Η ανταπόκριση ήταν ενθουσιώδης καθώς πωλήθηκαν μερικές εκατοντάδες παπούτσια μέσα σε μία μόλις εβδομάδα. Τον πρώτο καιρό συχνάζει και ο ίδιος στα μπαρ 3-4 νύχτες την εβδομάδα προωθώντας τα παπούτσια του.
Ένα περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας, εντυπωσιασμένο από την πρακτική της πώλησης παπουτσιών-ρολών μέσα από μηχανήματα αυτόματης πώλησης, δημοσιεύει την ιστορία του νεαρού Βρετανού, καθιστώντας τον αναγνωρίσιμο σε όλο το νησί.
Η επιτυχία του ανοίγει την όρεξη. Αλλάζει το κανάλι διανομής και εγκαινιάζει, ύστερα από επίπονη προσπάθεια, συνεργασία με μεγάλα καταστήματα στη Βρετανία και τις ΗΠΑ, συμφωνεί να πωλούνται τα παπούτσια-ρολό σε γνωστά ξενοδοχεία και καζίνο στο Λας Βέγκας, διαθέτει ηλεκτρονικό κατάστημα, ενώ ήδη τα προωθεί στη Μέση Ανατολή, τη Νότια Αφρική και την Αυστραλία.
Σήμερα, ο Χοράν απασχολεί τρία άτομα και κατασκευάζει τα παπούτσια του στην Κίνα. Εξασφάλισε μάλιστα και χρηματοδότηση 300.000 ευρώ μέσω crowdfunding (online συγκέντρωση κεφαλαίων από το πλήθος) προκειμένου να επεκτείνει τις δραστηριότητές του.
Όπως τονίζει και ο ίδιος, στόχος του είναι να γίνουν τα παπούτσια του το τέταρτο αντικείμενο που δεν θα λείπει ποτέ από τη γυναικεία τσάντα, μετά από τα κλειδιά, το τηλέφωνο και το πορτοφόλι.