Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, άνοιγε, στο Ζάππειο, τις πόρτες του στο κοινό μια έκθεση αφιερωμένη στο ‘’σύγχρονο ελληνικό σπίτι’’. Εκεί, το ‘’ιδανικό ελληνικό σπίτι’’ διέθετε σαλόνι, γραφείο, τραπεζαρία, κουζίνα, κρεβατοκάμαρα και λουτρό, όλα κατασκευασμένα από Έλληνες τεχνίτες. Ο Βαράγκης τα έπιπλα, ο Καρατζάς τους καναπέδες, η Πειραϊκή – Πατραϊκή τα υφάσματα, τα σεντόνια και τα λευκά είδη, η Θέρμιδα τις καρέκλες και τα τραπέζια, η Νεοστρώμ τα στρώματα, ο Παπάζογλου τα αλουμινένια παράθυρα και τις πόρτες, καθώς και η Ιζόλα τις ηλεκτρικές συσκευές.
   Δυστυχώς, μετά από μερικές δεκαετίες, από το ‘’σύγχρονο ελληνικό σπίτι’’ έμελλε να επιβιώσει μόνο η Βαράγκης και τα έπιπλά της. Οι υπόλοιπες εταιρείες, ανάμεσά τους και η θρυλική Ιζόλα, θα περνούσαν στην ιστορία. Η απογείωση της ελληνικής βιομηχανίας, όπως πολλοί πίστευαν τότε, δεν θα ερχόταν ποτέ…
   Πριν περίπου μισό αιώνα, η εφημερίδα Ημερησία, στα πλαίσια μιας μεγάλης έρευνας για την ελληνική βιομηχανία, παραθέτει την ιστορία και την ένδοξη, έως τότε, πορεία της Ιζόλα. Θέτει, λοιπόν, το ερώτημα «πώς κατόρθωσε το εργοστάσιο αυτό, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, να παράγη προϊόντα όχι μόνο ποιοτικώς εφάμιλλα των ξένων, αλλά και καλαίσθητα με λεπτόν γούστον;». Η απάντηση που δίνει, και η οποία δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα, ήταν «χάρη στην ορθολογιστική οργάνωσή της και την εκπληκτική τελειότητα των προϊόντων της». Ήταν ένα ελληνικό θαύμα, το οποίο δυστυχώς δεν θα είχε αίσιο τέλος.
   Η Ιζόλα ιδρύθηκε το 1930 στην Καλλιθέα από τρεις Μικρασιάτες και κατασκεύαζε ηλεκτρικούς σωλήνες και σιδηροσωλήνες. Το 1934 εμφανίζεται στο κάδρο ο Παναγιώτης Δράκος, ο οποίος σταδιακά, και με τη γενναία συνδρομή της Εθνικής Τράπεζας, θα εξαγοράσει όλα τα μερίδια των συνεταίρων και θα αποκτήσει τον έλεγχο της εταιρείας.
   Ισχυρό ράπισμα στην ανάπτυξη της Ιζόλα αποτέλεσε η περίοδος της Κατοχής, όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν το εργοστάσιο και, αφού αφαίρεσαν μηχανήματα και υλικά, το μετέτρεψαν σε συνεργείο αυτοκινήτων, χωρίς όμως να διώξουν τους εργαζομένους, οι οποίοι συνέχισαν να εργάζονται στους ελεύθερους χώρους του εργοστασίου και στο κατάστημα των Αθηνών.
   Μετά τον πόλεμο η οικογενειακή σωληνουργία, υπό την ηγεσία του Γεωργίου Δράκου, γιου του Παναγιώτη, και με 60 άτομα προσωπικό, προσπαθεί, όπως και 4.000 άλλες εταιρείες, να αποσπάσει μακροπρόθεσμο δάνειο στο πλαίσιο του σχεδίου Μάρσαλ, προκειμένου να προβεί σε επενδύσεις στο σωληνουργίο – χυτήριο της Καλλιθέας. Δυστυχώς για την ίδια, οι αιτήσεις της απορρίπτονται. Τότε στρέφεται στον νεότευκτο, ελέω σταδιακής ‘’διείσδυσης’’ του ηλεκτρικού ρεύματος σε κάθε γωνιά της ελληνικής επικράτειας, κλάδο των ηλεκτρικών οικιακών συσκευών και καταφέρνει να αποσπάσει σημαντικά κονδύλια, συνολικά 660.000 δολάρια, χάρη στα οποία θα καταφέρει όχι μόνο να σταθεί στα πόδια της, αλλά, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, να εκατονταπλασιάσει τη δυναμικότητά της.
   Το 1951, το νέο εργοστάσιο στην Καλλιθέα, εξοπλισμένο με σύγχρονα μηχανήματα, είναι έτοιμο. Οι 300 υπάλληλοί του, είκοσι έξι μόλις μήνες από την υπογραφή του συμβολαίου του σχεδίου Μάρσαλ, παράγουν το πρώτο προϊόν της: την ηλεκτρική κουζίνα αμερικάνικου τύπου, για να ακολουθήσουν το ηλεκτρικό ψυγείο, η ηλεκτρική κουζίνα, ο ηλεκτρικός θερμοσίφωνας και η θερμάστρα πετρελαίου.
   Χάρη στην ανώτερη ποιότητά τους, τα προϊόντα της Ιζόλα συμμετέχουν με επιτυχία σε διεθνείς διαγωνισμούς, ξεπερνώντας έτσι, από το 1953, τα σύνορα της χώρας. Στη δε Ελλάδα, η βιομηχανία που «έφερε τον πολιτισμό στο σπίτι», όπως ανέφερε το σλόγκαν της τη δεκαετία του ’50, και φέρει ως σήμα το ‘’ελεφαντάκι’’, θα γνωρίσει στιγμές δόξας.
   Σε αυτή τη μετάλλαξη θα συνεισφέρει τα μέγιστα η υιοθέτηση πρωτοποριακών τεχνικών προώθησης. Εξάλλου, δεν ήταν τυχαίο ότι οι διαφημιστικές εκστρατείες της Ιζόλα, μαζί με εκείνες της Πειραϊκής – Πατραϊκής, ήταν οι πιο δημοφιλείς της εποχής εκείνης. Έχοντας τις δικές της ραδιοφωνικές εκπομπές, παραθέτοντας συμβουλές και ειδήσεις σε γυναικεία περιοδικά και εφημερίδες, διοργανώνοντας εκδηλώσεις και γιορτές, αλλά και προκηρύσσοντας πανελλήνιους μαθητικούς διαγωνισμούς είχε καταφέρει πάντα να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας.
   Αν σε όλα αυτά προστεθεί η καλαισθησία των βιτρίνων του παραρτήματός της στην οδό Αμερικής, που θεωρείτο από τις καλύτερες της Αθήνας, η δημιουργία κέντρων εξυπηρέτησης πελατών σε όλη την Ελλάδα, καθώς και η καθιέρωση του συστήματος πληρωμής σε δόσεις (έξι στην αρχή και αργότερα 24 μηνιαίες δόσεις), τότε εύλογα αντιλαμβανόμαστε την απήχηση που είχε το όνομα Ιζόλα τα χρόνια εκείνα.
   Όμως, οι καινοτομίες δεν εξαντλούνται εδώ. Ο Γεώργιος Δράκος θέσπισε πρωτοποριακές σχέσεις με το προσωπικό καθιερώνοντας τα συμβούλια προσωπικού, τη συμμετοχή των εργαζομένων στα εταιρικά κέρδη, καθώς και τη συνεχή εκπαίδευσή τους «στα πολύπλοκα και λεπτά μηχανήματα της εταιρείας».
   Ήταν μάλιστα τόσο μπροστά από την εποχή του, που δεν περιορίστηκε μόνο να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ευρώπη και την Αμερική, αλλά εκπόνησε μια σειρά μελετών «για τις ειδικές ανάγκες εις την Ελλάδα των ατόμων και των οικογενειών των». Έτσι, για παράδειγμα, καθόρισε τη χωρητικότητα των κουζινών της εταιρείας με βάση το μέσο όρο των μελών μιας τυπικής ελληνικής οικογένειας (4-5 μέλη για το 1955).

   Δυστυχώς, όμως, όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος. Το 1974, η εταιρεία αρχίζει την κατασκευή ενός μεγάλου εργοστασίου στη Θήβα, χωρίς όμως να προλάβει να το υλοποιήσει ποτέ. Ο ανταγωνισμός με ξένες εταιρείες, η πετρελαϊκή κρίση, καθώς και η αρνητική στάση της Εθνικής Τράπεζας, βασικού πιστωτή της Ιζόλα, η οποία τράβηξε ευγενικά το χαλάκι κάτω από τα πόδια της, θα ματαίωναν τα σχέδιά της. Το 1977, η Ιζόλα αποδέχθηκε πρόταση της Εθνικής Τράπεζας και συγχωνεύτηκε με τη Βιομετάλ Εσκιμό, ιδιοκτησίας πρώην υπουργού της χούντας. Η φθίνουσα της πορεία, όμως, δεν έμελλε να ανακοπεί, αφού το 1986 εντάχθηκε στις λεγόμενες ‘’προβληματικές εταιρείες’’, για να εξαφανιστεί οριστικά από τον χάρτη το 1991. Το ‘’σύγχρονο ελληνικό σπίτι’’ είχε μείνει πια ορφανό…

Πηγή: Επιχειρείν αλά ελληΝΙΚΑ (Εκδ. Σταμούλης)