Πριν λίγες μέρες η Δανία κατέγραψε ιστορικό υψηλό, 37 βαθμούς Κελσίου!! Ρεκόρ ζέστης βίωσαν αυτές τις μέρες σχεδόν μια ντουζίνα χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Ο πρωτοφανής, σε ένταση και διάρκεια, καύσωνας που πλήττει το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης έχει δημιουργήσει μια αφόρητη κατάσταση και έχει αφήσει πίσω, σε χώρες που παραδοσιακά δεν ήταν μαθημένες σε καύσωνες (ούτε σε κλιματιστικά – αυτή τη στιγμή μόλις το 6% των σπιτιών στην Γερμανία διαθέτει κλιματισμό), τουλάχιστον 1500 νεκρούς.
Για χρόνια η κλιματική αλλαγή παρουσιαζόταν ως μια απειλή του μέλλοντος. Μια κρίση που θα αντιμετώπιζαν οι επόμενες γενιές. Όμως η πραγματικότητα έχει ήδη αλλάξει. Η Ευρώπη βιώνει πλέον ακραίες θερμοκρασίες σε περιοχές που παραδοσιακά θεωρούνταν προστατευμένες από τους μεγάλους καύσωνες.
Χώρες της βόρειας Ευρώπης, οι οποίες δεν είχαν την ίδια κουλτούρα αντιμετώπισης της ζέστης με τις μεσογειακές χώρες, βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με ένα νέο κλιματικό τοπίο. Θερμοκρασίες που κάποτε θεωρούνταν ακραίες αποτελούν πλέον μέρος μιας νέας κανονικότητας. Πολλές κατοικίες δεν διαθέτουν κλιματισμό, οι υποδομές δεν είναι σχεδιασμένες για παρατεταμένες περιόδους υψηλών θερμοκρασιών και τα συστήματα υγείας καλούνται να αντιμετωπίσουν μια πίεση που μέχρι πρόσφατα ήταν άγνωστη.
Το σημαντικότερο μήνυμα είναι ότι οι καύσωνες δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικό «προνόμιο» της Μεσογείου. Η κλιματική κρίση μετακινεί τα όριά της και επηρεάζει ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η ζέστη, οι πυρκαγιές, η λειψυδρία και τα ακραία καιρικά φαινόμενα δεν είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αλλά προβλήματα που απαιτούν άμεσες πολιτικές αποφάσεις.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν αντιληφθεί το μέγεθος της αλλαγής. Η αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας δεν μπορεί να περιορίζεται σε έκτακτες ανακοινώσεις κάθε φορά που ένας καύσωνας χτυπά μια χώρα. Χρειάζεται ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο προσαρμογής με ορίζοντα δεκαετιών: αλλαγές στον πολεοδομικό σχεδιασμό, περισσότερους χώρους πρασίνου στις πόλεις, προστασία ευάλωτων ομάδων, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια και νέες υποδομές που θα αντέχουν στις ακραίες συνθήκες.
Η επιλογή “Do Nothing” δεν αποτελεί ουδέτερη στάση. Είναι μια επιλογή με τεράστιο κόστος. Ανέκαθεν ήταν η χείριστη επιλογή. Η αδράνεια σημαίνει περισσότερες απώλειες ανθρώπινων ζωών, μεγαλύτερη πίεση στα συστήματα υγείας και οικονομικές επιπτώσεις σε κρίσιμους τομείς.
Η Ελλάδα γνωρίζει ήδη τι σημαίνει κλιματική πίεση. Παρ’ όλα αυτά, η δημόσια συζήτηση παραμένει συχνά αποσπασματική και μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί ένα ολοκληρωμένο, φιλόδοξο εθνικό σχέδιο για την προστασία της χώρας από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Για παράδειγμα κανένα κόμμα δεν έχει καταθέσει σχετικό πρόγραμμα, πέρα από κάποια ευχολόγια...
Το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη περίοδος -όπως αυτή που διανύουμε- δεν συνοδεύεται από ακραίο καύσωνα δεν αποτελεί λόγο εφησυχασμού. Το ερώτημα δεν είναι αν θα αντιμετωπίσουμε ξανά ακραίες θερμοκρασίες, αλλά πόσο προετοιμασμένοι θα είμαστε όταν συμβεί.
Η λύση, πάντως, δεν είναι να μετατρέψουμε την καθημερινότητά μας σε ένα μοντέλο όπου η μόνη απάντηση στη ζέστη είναι το κλιματιστικό παντού και πάντα. Η μαζική χρήση κλιματισμού αυξάνει την ενεργειακή κατανάλωση και μπορεί να εντείνει το πρόβλημα αν η ενέργεια δεν προέρχεται από καθαρές πηγές.
Τέλος, υπάρχει και μια άλλη διάσταση που συχνά υποτιμάται: ο τουρισμός. Η εικόνα μιας Ευρώπης που «βράζει» μπορεί να επηρεάσει τις ταξιδιωτικές επιλογές εκατομμυρίων ανθρώπων. Η Ελλάδα, που ευτυχώς προς το παρόν έχει μείνει έξω από το μάτι του κυκλώνα, δεν έκανε τίποτα για να «προωθήσει» τις φυσιολογικές θερμοκρασίες που θα βιώσει κάποιος εδώ (αλήθεια, το υπ. Τουρισμού με τι ασχολείται;). Η τάση του «coolcation», δηλαδή των διακοπών σε πιο δροσερούς προορισμούς, κερδίζει έδαφος διεθνώς, αλλά εμείς πετάμε χαρταετό...
Η κλιματική κρίση δεν είναι μια συζήτηση για το μέλλον. Είναι μια πρόκληση του παρόντος. Και η προσαρμογή δεν είναι επιλογή πολυτελείας, αλλά η προϋπόθεση για να προστατεύσουμε την κοινωνία, την οικονομία και την ποιότητα ζωής μας, την δική μας και των παιδιών μας.
