Τριάντα µικροκυκλώµατα σε ένα µικρό κουτί, ένα πληκτρολόγιο και µια ασπρόµαυρη τηλεόραση. Τόσα χρειάστηκαν ένας πρώην χάκερ, ο 25χρονος Στιβ Ουόσνιακ και ο 21χρονος Στιβ Τζοµπς, για να αλλάξουν την τεχνολογική ιστορία του κόσµου. Ο πρώτος επιτυχημένος προσωπικός ηλεκτρονικός υπολογιστής, που γεννήθηκε μέσα σε ένα γκαράζ, ήταν γεγονός. Είχαν μόλις μπει οι βάσεις για τη δημιουργία της Apple, ενός επιχειρηματικού κολοσσού που θα άλλαζε τον τρόπο επικοινωνίας των ανθρώπων με τους υπολογιστές και θα δημιουργούσε νέες πρωτοποριακές συσκευές.
Το 1976, ο Ουόζνιακ ξόδευε τον ελεύθερο χρόνο του προσπαθώντας να κατασκευάσει ένα µικρό και εύκολο στη χρήση ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος θα ήταν µικρότερος από µια φορητή γραφοµηχανή, αλλά µε σαφώς µεγαλύτερες δυνατότητες. Όταν τα κατάφερε, ο νεαρός προγραμματιστής της Hewlett-Packard πήρε τον υπολογιστή για να τον δείξει στους συμφοιτητές του. Τότε, ένας φίλος του, ο Στιβ Τζοµπς, του πρότεινε να τον εκµεταλλευτούν εµπορικά. Ο Τζοµπς πίστευε ότι αυτό το µηχάνηµα θα ήταν χρήσιµο για τις επιχειρήσεις, προκειµένου να ελέγχουν τα αποθέµατά τους, αλλά και για τα απλά νοικοκυριά που θα ήθελαν να οργανώσουν καλύτερα τα οικονοµικά τους.
Οι δύο νέοι, έχοντας τη διαβεβαίωση από ένα τοπικό κατάστηµα µε ηλεκτρονικά ότι θα αγόραζε 50 υπολογιστές, πούλησαν ό,τι πιο πολύτιµο είχαν (ο Τζοµπς ένα µίνι βαν και ο Ουόζνιακ ένα επαγγελµατικό κομπιούτερ) και κατάφεραν, μαζί με τον Ρόναλντ Γέιν (που αποσύρθηκε ένα χρόνο μετά πουλώντας το μερίδιό του για 800 δολάρια), να συγκεντρώσουν 1.300 δολάρια και να αρχίσουν την παραγωγή στο γκαράζ του Τζοµπς.
Ο νέος υπολογιστής, που βγήκε στην αγορά την πρωταπριλιά του 1976 και απευθυνόταν σε «κομπιουτεράδες», ονοµάστηκε Apple Ι (Μήλο), µια επιλογή του Τζοµπς που είχε κάποτε εργαστεί σε περιβόλι µε µήλα. Apple ήταν και το όνοµα της αγαπηµένης δισκογραφικής εταιρείας του Τζοµπς, το οποίο, συν τοις άλλοις, θα βρισκόταν στον τηλεφωνικό κατάλογο πιο πάνω από την καταχώριση της Atari. Το αρχικό λογότυπο απεικόνιζε τον Ισαάκ Νεύτωνα να ρεµβάζει κάτω από µια µηλιά – εξ ου και η επιλογή του µήλου. Επειδή, όµως, το περίγραµµα του φρούτου έµοιαζε περισσότερο µε πορτοκάλι, προτιµήθηκε η δαγκωµένη εκδοχή βαµµένη στα χρώµατα του ουράνιου τόξου.
Ο Apple Ι, παρά την υψηλή τιµή του (666,66 δολάρια), άρχισε να βγάζει λεφτά από την πρώτη κιόλας µέρα, διότι ήταν ένα µοναδικό προϊόν χωρίς σοβαρό ανταγωνισµό. Σε σχέση µε άλλους υπολογιστές –που ήταν πολύπλοκοι στη χρήση, χωρίς οθόνη, πληκτρολόγιο και δυνατότητα αποθήκευσης– ο Apple Ι ήταν αριστούργηµα. Ήταν ένα µηχάνηµα απλό, εύκολο στην παραγωγή και πολύ ελαφρύ (ζύγιζε µόλις πέντε κιλά), σε σηµείο που οι υπεύθυνοι της εταιρείας να σκεφτούν να χρησιµοποιήσουν πιο βαριά υλικά ώστε να μην δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει τίποτα μέσα.
Ο Ουόζνιακ, έχοντας ήδη ένα εκατοµµύριο δολάρια από τον Apple Ι, προχώρησε ένα χρόνο αργότερα στο σχεδιασµό του Apple II, ο οποίος, με τιμή πώλησης τα 1.295 δολάρια, ήταν ακόµη πιο φιλικός στον χρήστη, µε ξεκάθαρες οδηγίες χρήσης και µε δυνατότητα χρησιµοποίησης εικόνων και χρωµάτων. Το αναβαθµισµένο αυτό µοντέλο έγινε ανάρπαστο (έμεινε στην παραγωγή μέχρι το 1993 πουλώντας πέντε εκατομμύρια τεμάχια) κυρίως από απλούς χρήστες που ήθελαν να εξοικειωθούν µε τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Οι πωλήσεις έφθασαν τα 200 εκατοµµύρια δολάρια το 1980 (αν και έπεσαν κατακόρυφα τα επόµενα χρόνια, καθώς τόσο ο Apple Lisa, ο πρώτος υπολογιστής με γραφικό περιβάλλον, όσο και ο Apple III απέτυχαν στην αγορά), με την Apple να μπαίνει στο χρηματιστήριο (μόνο την πρώτη μέρα, η μετοχή της Apple ανεβαίνει 32%). Πλέον, οι δύο συνεταίροι, όπως και 40 υπάλληλοι που κατείχαν μετοχές, ήταν ήδη εκατοµµυριούχοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι η περιουσία του 24χρονου τότε Τζομπς υπολογίστηκε στα 217 εκατομμύρια, όντας ο νεότερος και πλουσιότερος αυτοδημιούργητος Αμερικάνος.
Το 1984 βγαίνει στην αγορά ο Apple Macintosh, ο πρώτος επιτυχημένος εμπορικά υπολογιστής με γραφικό περιβάλλον (το 1991, ο Macintosh Portable σηματοδοτεί την είσοδο της εταιρείας στους φορητούς υπολογιστές), καθιστώντας την Apple, που δικαίως χαρακτηρίζεται ως η πιο γρήγορα αναπτυσσόμενη εταιρεία στον κόσμο, παγκοσμίως γνωστή. Παρά την επιτυχία τους, ο Ουόζνιακ αποσύρθηκε και επέστρεψε µε άλλο όνοµα στο πανεπιστήµιο, όπου πήρε το πτυχίο του στα ηλεκτρονικά. Αργότερα επέστρεψε στην Apple, όµως το 1985 έφυγε οριστικά - αργότερα ίδρυσε µια εταιρεία ασύρµατης τεχνολογίας, έκανε δωρεές για την ανέγερση και τον εξοπλισµό σχολείων, ενώ τιμήθηκε τόσο για την προσφορά του στην επιστήµη των υπολογιστών όσο και για τις φιλανθρωπίες του.
Την ίδια χρονιά θα απολυόταν ο Τζοµπς, ερχόµενος σε ρήξη µε τον διευθύνοντα σύμβουλο Τζον Σκάλι, τον οποίο ο ίδιος είχε προσλάβει δύο χρόνια πριν – «θες να πουλάς ζαχαρόνερο για το υπόλοιπο της ζωής σου ή μια ευκαιρία για να αλλάξεις τον κόσμο;» είχε πει χαρακτηριστικά, προσπαθώντας να πείσει τον τότε πρόεδρο της Pepsi να έρθει στην Apple.

Γνωρίζατε ότι…
Ο Τζομπς υπήρξε μία «ιδιαίτερη» προσωπικότητα. Ιδιοφυής, οραματιστής και εξαιρετικός σόουμαν, καταφέρνοντας να σαγηνεύει το κοινό του, που συνέρρεε για να παρακολουθήσει την παρουσίαση κάποιας καινοτομίας. Από την άλλη, οι κακές γλώσσες τον χαρακτηρίζουν κακότροπο, μυστικοπαθή, ανυπόμονο, ισχυρογνώμων, αυταρχικό (δεν δίστασε να απολύσει κάποιον δια ασήμαντον αφορμή) και συγκεντρωτικό (ήθελε να ελέγχει τα πάντα).

Ο Στιβ Τζοµπς επέστρεψε ως σωτήρας σε μια παραπαίουσα Apple το 1997, µετά από άκρως επιτυχηµένη καριέρα ως παραγωγός κινουµένων σχεδίων. Χάρη στη διορατικότητα, την έμφαση που έδινε στην λεπτομέρεια και το επικοινωνιακό του χάρισµα, όντας ένας γεννηµένος σόουµαν, θα κατάφερνε καινοτομώντας να αναστρέψει το κλίμα και να καταστήσει την εταιρεία του την πλουσιότερη του κόσμου – με αξία, σήμερα, 700 δισ. δολάρια και με 116.000 υπαλλήλους. Στα χρόνια του, η Apple θα έβγαζε στην αγορά επαναστατικά προϊόντα όπως τα iMac (1998), iPod (2001), iTunes Store (2003), iPhone (2007), iPad (2010).
Δυστυχώς, το νήµα τη ζωής του κόπηκε πρόωρα το 2011, λίγες µόλις µέρες µετά την απόσυρσή του, καθώς έχασε τη µάχη µε τον καρκίνο, σκορπώντας τη θλίψη στα εκατοµµύρια των θαυµαστών του. Η ειρωνεία είναι ότι αν είχε ακολουθήσει τις συμβουλές των γιατρών του, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο, και ακολουθούσε τη θεραπεία που του συνέστησαν, θα ζούσε – αντ’ αυτού, όντας φανατικός χορτοφάγος, προτίμησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ειδικές δίαιτες.