Η προσπάθεια ενός φοιτητή να συγκεντρώσει χρήµατα για να πληρώσει τα δίδακτρά του, οδήγησε στην ίδρυση µιας πιτσαρίας, η οποία κάποια στιγµή θα εξελισσόταν σε µία από τις κορυφαίες του κλάδου. Το επιχειρηµατικό πνεύµα του ιδρυτή αλλά και η αντοχή του στις αναποδιές που συνάντησε στο δρόµο του τον κατέστησαν «βασιλιά της πίτσας».
Ο Τόµας Μόναγκαν, που έχασε στα πέντε του χρόνια τον πατέρα του, πέρασε το  µεγαλύτερο µέρος της παιδικής του ηλικίας σε ιδρύµατα, καθώς η µητέρα του αδυνατούσε να τον συντηρήσει. Το 1960, στα 17 του χρόνια, αγόρασε µαζί µε τον αδερφό του, µε 500 δανεικά δολάρια, µία μικρή πιτσαρία, την Dominicks Pizza, στην περιοχή Υψηλάντη στο Μίσιγκαν. «Το μόνο που ήθελα ήταν να καλύψω τα έξοδα για τις σπουδές μου», εκμυστηρεύτηκε αρκετά αργότερα, «όμως, όταν διαπίστωσα ότι το μαγαζί ‘’έμπαινε μέσα’’ τότε αντιλήφθηκα ότι η αρχιτεκτονική είχε τελειώσει για εμένα».
Με σκληρή δουλειά, συχνά µέχρι και 100 ώρες την εβδοµάδα, και έχοντας µετατρέψει το µαγαζί σε υπνοδωµάτιο, ο Μόναγκαν, που είχε καταφέρει να φτιάχνει µια πίτσα-γίγας σε 11 µόλις δευτερόλεπτα, θα έχτιζε σιγά σιγά τον επιχειρηµατικό του µύθο και θα ξέφευγε για πάντα από τη φτώχια και τη ντροπή που βίωνε για τα κουρελιασµένα του ρούχα.
Τα πέντε πρώτα χρόνια ήταν αρκετά δύσκολα, καθώς οι οικονοµικές δυσκολίες και τα χρέη έπνιγαν τον νεαρό επιχειρηµατία, που στο µεταξύ είχε εξαγοράσει το µερίδιο του αδερφού του, ανταλλάσσοντάς το µε το αυτοκίνητό του. Το 1965 κατάφερε και άνοιξε άλλα δύο καταστήµατα, πάντα κοντά σε κολέγια (πάγια αρχή του ήταν να διεισδύει σε πόλεις που διέθεταν έντονο φοιτητικό στοιχείο – υπολογίστηκε ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’80 άνοιγαν τρία τέτοια καταστήματα τη  μέρα), µετονοµάζοντας την επιχείρηση σε «Domino’s».
Την ίδια εποχή υιοθετήθηκε το σήµα µε τις τρεις τελείες, που συµβόλιζε τα τρία καταστήµατα µε τα οποία ξεκίνησε – η ιδέα να προστίθεται μία τελεία για κάθε νέο κατάστημα εγκαταλείφθηκε σύντομα λόγω της ταχύτατης ανάπτυξης της εταιρείας. Ωστόσο, δεν επιθυμούσε να είναι απλώς ένας ακόμη παρασκευαστής πίτσας. Διενήργησε λοιπόν μια άτυπη καταναλωτική έρευνα για να διαπιστώσει ότι οι καταναλωτές επιθυμούσαν την πίτσα να παραδίδεται στο σπίτι τους. Οπως και έγινε.
Ο Μόναγκαν αναζήτησε τρόπους, που τον βοήθησαν να συντοµεύσει το χρόνο από την παραγγελία µέχρι την παράδοση της πίτσας. Εφήυρε μάλιστα ένα αεροστεγές κουτί που θα επέτρεπε τη μεταφορά παραπάνω από μίας πίτσας κάθε φορά, καθώς αυτές θα στοιβάζονταν η μία πάνω στην άλλη χωρίς να αλλοιώνεται το σχήμα και διατηρώντας τη θερμοκρασία τους. Οι πωλήσεις άρχισαν να αυξάνονται, παρακινώντας τον να ανοίξει ένα ακόμη κατάστηµα, κοντά στο µεγαλύτερο πανεπιστήµιο του Μίσιγκαν, υποσχόµενος παράδοση εντός 30 λεπτών ή αλλιώς δωρεάν (αργότερα το αντικατέστησε µε τρία δολάρια έκπτωση).
Η επιτυχία ήταν τόσο µεγάλη, που τον έκανε να επεκταθεί µέσω franchise, εκπαιδεύοντας ο ίδιος τους πρώτους συνεργάτες. Για τον ίδιο, η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό ήταν εξέχουσας σημασίας. Η επιμόρφωση των υπαλλήλων κατέστη πάγια πρακτική της Dominos, με τους νεοπροσληφθέντες να περνούν από ένα εβδομαδιαίο πρόγραμμα επιμόρφωσης, καθώς και με την καθιέρωση της πολιτικής εκ των έσω κάλυψης κενών θέσεων.
Τα κέρδη ακολουθούσαν ανοδική πορεία ως το 1968, οπότε µια φωτιά στα κεντρικά της εταιρείας προξένησε µεγάλες ζηµιές. Τα χρήµατα που έλαβε ο Μόναγκαν από την ασφάλεια ήταν ελάχιστα σχετικά µε το µέγεθος της ζηµιάς και έτσι η εταιρεία οπισθοδρόµησε ξανά. Αν και οι πωλήσεις αυξήθηκαν τα επόµενα δύο χρόνια, τα χρέη τον έπνιξαν, αναγκάζοντας τον να αναθέσει τη διοίκηση της εταιρείας στις τράπεζες από τις οποίες είχε δανειστεί.
Η κατάσταση όµως δεν άλλαξε. Μετά από 10 µήνες, η εταιρεία, που εξακολουθούσε να βρίσκεται µεταξύ σφύρας και άκµονος, πέρασε ξανά στα χέρια του ιδρυτή της. Ο Μόναγκαν δεν έχασε το κουράγιο του και άρχισε να επισκέπτεται τα καταστήµατα και να µιλάει µε µάνατζερ και προσωπικό, προκειµένου να τους τονίσει την ανάγκη για απλότητα και ταχύτητα.
Το επόµενο χτύπηµα ήρθε το 1974 και είχε να κάνει µε τη µήνυση που υποβλήθηκε από άλλη εταιρεία που ισχυριζόταν ότι είχε κατοχυρώσει το όνοµα «Domino» από το 1900. Πολλοί συνεργάτες, τότε, αναγκάστηκαν να τον εγκαταλείψουν, όµως ο Μόναγκαν ήξερε ότι µε 100 καταστήµατα και µε ένα όνοµα γνωστό και καθιερωµένο η οποιαδήποτε αλλαγή του ονόµατος θα ισοδυναµούσε µε καταστροφή. Τελικά, µε τη βοήθεια της συζύγου του και αρκετών φίλων και συνεργατών γλίτωσε τα χειρότερα και κατάφερε να επαναφέρει την επιχείρηση σε θετική τροχιά.
Το 1988, η Domino’s Pizza (ο όρος pizza απομακρύθηκε από το λογότυπο το 2012 λόγω της διάθεσης και άλλων προϊόντων πέρα από την πίτσα) αναγκάστηκε να αποσύρει την υπόσχεση για παράδοση εντός 30 λεπτών εξαιτίας πολλών ατυχηµάτων και θανάτων, που προκλήθηκαν από διανοµείς που έτρεχαν για να παραδώσουν την πίτσα µέσα στα συγκεκριµένα χρονικά όρια. Οι πωλήσεις παρέµειναν στάσιμες για αρκετά χρόνια κυρίως λόγω της απώλειας του ανταγωνιστικού πλεονεκτήµατος της ταχύτητας, αλλά και επειδή ο κόσµος επιθυµούσε κάτι διαφορετικό. Ο «βασιλιάς της πίτσας», για µία ακόµη φορά, έπιασε το σφυγµό της αγοράς και έβγαλε νέα προϊόντα όπως την πίτσα µε λεπτή κρούστα, τα breadsticks, τα buffalo wings κ.ά., τα οποία αποδείχτηκαν πραγµατικό χρυσωρυχείο.
  Ο βαθύτατα θρησκευόµενος και συντηρητικός, πολυεκατοµµυριούχος Τόµας Μόναγκαν αποσύρθηκε το 1998, από τα εταιρικά δρώμενα πουλώντας τις μετοχές του έναντι ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, οπότε ασχολήθηκε µε φιλανθρωπίες αλλά και με την ίδρυση, το 2012, μιας θεματικής αλυσίδας εστιατορίων.

Πηγή: Γνωστά Ονόματα Άγνωστες Ιστορίες 1 (εκδ. Σταμούλης)