Κυψέλη, αρχές δεκαετίας του 1960. Σε μια εποχή όπου το κατά κεφαλή εισόδημα της χώρας μας αντιστοιχούσε μόλις στο 29% των χωρών της δυτικής Ευρώπης, διαδραματίζεται ένα ακόμη κύμα μετανάστευσης, αυτή τη φορά με προορισμό όχι μόνο το εξωτερικό, αλλά και τα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Είναι η εποχή όπου η Κυψέλη αναδεικνύεται ως ο αγαπημένος προορισμός της ολιγάριθμης ακόμη μεσαίας τάξης, όπου συρρέουν δόξες του ελληνικού κινηματογράφου, συνθέτες, πολιτικοί και αθλητές. Είναι, όμως, και ο προορισμός δύο 19χρονων φτωχών συγχωριανών από την Ήπειρο, οι οποίοι, παρά τις αντιξοότητες, θα κατάφερναν με τις «θεϊκές» γεύσεις των παγωτών Δωδώνη να κατακτήσουν περίοπτη θέση στη συνείδηση των καταναλωτών.

  Κάπως έτσι λοιπόν, ο Βασίλης Μπλέτσος και η Σοφία Ξήτα, από το ανατολικό Ζαγόρι, επαρχία της Δωδώνης, βρέθηκαν τα δύσκολα εκείνα χρόνια στην Αθήνα προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν τα προς τω ζην, η κα Ξήτα εργάζεται ως θυρωρός σε πολυκατοικία και οραματίζεται, έχοντας παρακολουθήσει μαθήματα κομμωτικής, να ανοίξει το δικό της κομμωτήριο, ενώ ο κος Μπλέτσος απασχολείται σε μανάβικο και αργότερα σε γαλακτοπωλείο στην πλατεία Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη, πριν μεταναστεύσει -έστω και προσωρινά- στην Γερμανία.

  Οι επαγγελματικοί δρόμοι των δύο συγχωριανών έμελλε να διασταυρωθούν το 1966, όταν ο κύριος Μπλέτσος αποδέχθηκε την πρόταση του ιδιοκτήτη του γαλακτοπωλείου, όπου κάποτε ο ίδιος εργαζόταν, να αγοράσει την επιχείρηση. Αυτός, με τη σειρά του, ζητάει από την κα Ξήτα να συνεταιριστούν και να αγοράσουν από κοινού το γαλακτοπωλείο, όπως και έγινε. Ένα χρόνο μετά, το 1967, η μικρή οικοτεχνία μετονομάζεται σε «Δωδώνη», μια ιδέα του δικηγόρου των δύο συνεργατών, που έκρινε ότι τα ονόματα των δύο συγχωριανών δεν ήταν ιδιαίτερα εύηχα για να συμπεριληφθούν στην επωνυμία της επιχείρησης.

  Στην αρχική του μορφή το μικρό γαλακτοπωλείο, με τρία μόλις τραπεζάκια στο εσωτερικό του, πωλούσε γάλα, κρέμες, γιαούρτι, ρυζόγαλο, αυγά, γαλακτομπούρεκο, κανταΐφι, μπακλαβά, σαγανάκι, αλλά και ποικιλίες για ούζο. Έχοντας, ωστόσο, προνομιακή θέση και με τη δυνατότητα επέκτασης των τραπεζιών –τους καλοκαιρινούς μήνες- στην πλατεία, η μικρή επιχείρηση θα αρχίσει να γίνεται γνωστή στο ευρύ κοινό, που τα χρόνια εκείνα διψούσε για παραδοσιακές, χωριάτικες γεύσεις. Σύντομα, όμως, θα συνέβαινε κάτι που θα άλλαζε άρδην τον προσανατολισμό και τη μοίρα των δύο συνεργατών.

  Μια απλή παρατήρηση από τον σύζυγο της Σοφίας Ξήτα, ο οποίος πρόσεξε την εντυπωσιακή ανταπόκριση του κόσμου σε ένα κατάστημα που εμπορευόταν παγωτό –στην περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας, όπου εργαζόταν-, ήταν αρκετή για να πείσει τους δύο συνεταίρους ότι το εν λόγω προϊόν, που ταίριαζε στη γκάμα των προϊόντων που ήδη διέθεταν, ήταν πολλά υποσχόμενο.
   
  Πράγματι, συνδυάζοντας τις παραδοσιακές συνταγές από τον τόπο καταγωγής τους, με φρέσκα υλικά από όλη την Ελλάδα, που προμηθευόταν από τη Δημοτική Αγορά της Φωκίωνος Νέγρη, καθώς και με την πρόσληψη ενός συγχωριανού που γνώριζε τα μυστικά του παγωτού, οι δύο Ηπειρώτες δεν θα αργούσαν να παρουσιάσουν εκλεκτές και πρωτότυπες γεύσεις παγωτού.
  
  Ανάμεσα στις πρώτες γεύσεις που επιλέχθηκαν ήταν και το παρφέ κρέμα, το οποίο δεν θα αργούσε να αναδειχθεί σε προϊόν-κράχτη για την εταιρεία, που θα έβλεπε τους λάτρεις του να περιμένουν υπομονετικά στην ουρά, που συχνά έφθανε μέχρι έξω από το μαγαζί, για να το αγοράσουν. Μάλιστα, δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που όντας ανυπόμονοι, το αγόραζαν ζεστό για να το παγώσουν σπίτι…
  
  Σε σύντομο χρονικό διάστημα, τα νέα για το παγωτό με την «θεϊκή γεύση», όπως αποκαλούσαν το παρφέ κρέμα και το καϊμάκι πασπαλισμένο με στιγμιαίο καφέ, θα διαδοθεί από στόμα σε στόμα προσελκύοντας όλη την αφρόκρεμα της Αθήνας. Από τα τραπεζάκια του παγωτοπωλείου της Κυψέλης θα περνούσαν οι Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Μίμης Πλέσσας, Γιώργος Σταυρίδης, Γιώργος Κωνσταντίνου, Ιάκωβος Καμπανέλλης, καθώς και η Τζένη Καρέζη, με την οποία υπήρχε και επαγγελματική συνεργασία, με τη μορφή της τροφοδοσίας του κυλικείου του θεάτρου της.
   
  Το αρχικό λογότυπο, που σχεδιάστηκε από άνθρωπο της οικογένειας, ήταν σε κόκκινο χρώμα, με το δεύτερο «ω» της επωνυμίας να σχηματίζει ένα χωνάκι παγωτού (λίγα χρόνια αργότερα το λογότυπο θα αποκτούσε τη σημερινή του μορφή). Το δε παγωτό φυλασσόταν σε ογκώδη 15κιλα μεταλλικά δοχεία, πριν αντικατασταθεί, τα επόμενα χρόνια, με τα πιο πρακτικά πλαστικά δοχεία των οκτώ κιλών.

 Τα χρόνια που ακολουθούν η ανάπτυξη της εταιρείας Δωδώνη, που πλέον έχει μεταφέρει τις εγκαταστάσεις της στην Παλλήνη, είναι καταιγιστική. Διαθέτοντας 400 και πλέον σημεία χονδρικής πώλησης και χωρίς την παραμικρή διαφημιστική προσπάθεια, έχει καταφέρει να εδραιωθεί στο χώρο του παγωτού και να διαθέτει μέσω franchise 17 καταστήματα. Ενδεικτικό της επιτυχίας των ποιοτικών προϊόντων της ήταν το γεγονός ότι η πρώτη διαφημιστική καταχώριση έγινε μόλις το 1993, με μια κοπέλα να απολαμβάνει το παγωτό.

   Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η Δωδώνη παύει να είναι οικογενειακή επιχείρηση, όταν ο γιος της κας Ξήτα, Κώστας Μπέλλος, που ανδρώθηκε μέσα στην εταιρεία, θα αναγκαστεί –λόγω των σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας- να την πουλήσει σε επενδυτικό γκρουπ (το 2007 μεταπωλήθηκε σε άλλο γκρουπ, αυτό της NBGI, συμφερόντων της Εθνικής Τράπεζας).

   Σήμερα, τα «θεϊκά» παγωτά Δωδώνη (με την εταιρεία πλέον να δραστηριοποιείται και στην παρασκευή κατεψυγμένων και παραδοσιακών γλυκών, καθώς και ειδών αρτοποιίας) διατίθενται μέσω ενός δικτύου 165 καταστημάτων της εταιρείας και θεωρούνται τα καλύτερα παγωτά σε γεύση και ποιότητα στην Ελλάδα, με την αναγνωρισιμότητά τους να φθάνει το 98%.