Υπάρχει μια ποιοτική, ελληνική μπίρα μικρής παραγωγής που ρίχνεται σε μια αγορά αδυσώπητου ανταγωνισμού και η οποία αποτελεί νησίδα δημιουργικότητας, αισιοδοξίας, καινοτομίας και σύγχρονης αντίληψης για την ανάπτυξη της περιφέρειας, αλλά και όχημα προβολής του τόπου καταγωγής της. Μπίρα, που κατέκτησε την υψηλότερη διεθνή διάκριση για ελληνική επωνυμία: «Ασημένια Καλύτερη Pilsner στον Κόσμο» στον έγκριτο διαγωνισμό European Beer Star 2014, κατόπιν τυφλών δοκιμών από 105 ειδικούς κριτές ανάμεσα σε 1613 μπίρες από 42 χώρες, δικαιώνοντας με εμφατικό τρόπο τους εμπνευστές της που, μεσούσης της κρίσης, αποτόλμησαν με μεράκι και επαγγελματισμό να δημιουργήσουν μια νησιώτικη μονάδα παραγωγής, την Μικροζυθοποιία Κυκλάδων.  
   Η έμπνευση για τη δημιουργία της βραβευμένης μπύρας «Νήσου» ξεκίνησε από την αγάπη της δημοσιογράφου Μάγιας Τσόκλη και του συντρόφου της Αλέξανδρου Κουρή, με μακρά εμπειρία στο χώρο του στρατηγικού μάρκετινγκ, για την μπύρα και για την Τήνο, αλλά και την απέχθειά τους για το γεγονός ότι οι ξένοι επισκέπτες των Κυκλάδων γεύονταν υπέροχα ελληνικά φαγητά πίνοντας ξένες μπίρες.
   Το όραμά τους μοιράστηκαν με ένα φιλικό ζευγάρι, την Ελίνα και τον Κώστα Δάλλα, αλλά και με μια ομάδα εξειδικευμένων συνεργατών, με αποτέλεσμα το 2011 στην παλιά ταβέρνα Ροδιά, που μετασκευάστηκε σε πλήρως εξοπλισμένη και υπερσύγχρονη ζυθοποιία, να λάβει σάρκα και οστά με την παραγωγή της «Νήσος». 
   Μολονότι η επιλογή τους αρχικά αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και επιφυλακτικότητα, αυτοί ήταν αποφασισμένοι να τολμήσουν, διακατεχόμενοι από την φράση «όταν οι συνθήκες είναι εξόχως δύσκολες, επιβιώνουν αυτοί που μπορούν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους και να κάνουν το ανέφικτο, εφικτό».
    Για τη δημιουργία της πρώτης φιάλης θα χρειαστούν έξι μήνες σχεδιασμού και προετοιμασίας και ένας χρόνος υλοποίησης, συμπεριλαμβανόμενων γευστικών δοκιμών και ερωτηματολογίων, με διαφορετικές πιλοτικές συνταγές σε πάνω από 200 ειδικούς και ανθρώπους της εστίασης της Τήνου. Πρόθεσή τους είναι η δημιουργία μιας μπίρας όλων των κατοίκων της Τήνου, που θα έρχεται σε πλήρη αρμονία με την κυκλαδίτικη γαστρονομία.
   Την πρώτη μπίρα που παρασκεύασαν, τον Μάιο του 2013, την ονόμασαν ΝΗΣΟΣ. Το όνομα το αποφάσισαν μέσα στο αυτοκίνητο και το σήμα το ζωγράφισαν σε ένα τραπεζομάντιλο ταβέρνας στην Τήνο. Έμπνευσή τους η έννοια της νησιωτικότητας, τα μαρμάρινα υπέρθυρα της Τήνου και τα ψηφιδωτά δάπεδα της Δήλου, το δε λογότυπο είναι μόνο στα ελληνικά, γράφει «ΝΗΣΟΣ».
    Δημιουργούν μια απαστερίωτη μπίρα, δίχως να έχει υποστεί θερμική επεξεργασία, μικρής παραγωγής, με διπλάσια περιεκτικότητα σε λυκίσκο και βύνη, χωρίς ζάχαρη, ρύζι ή άλλα δημητριακά χαμηλού κόστους, τύπου Pilsner που φτιάχνεται με αργή, παραδοσιακή φυσική διαδικασία και εμφιαλώνεται 100% στην Τήνο, με τον ήλιο να δεσπόζει στην υπέροχα σχεδιασμένη ετικέτα της.
    Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει το μάρκετινγκ και δη η προώθηση. Η νέα μπίρα της Τήνου θα προβληθεί έξυπνα, μοντέρνα και αποτελεσματικά μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Αποτέλεσμα: οι «φίλοι» στο Facebook άρχισαν να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, ξεπερνώντας τους 52.000 μέσα σε μερικούς μήνες, 16 εκατομμύρια αναφορές στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μηνύματα και προτάσεις συνεργασίας από κάθε γωνιά της Ελλάδας, αλλά και από την Αυστραλία, έως τις ΗΠΑ και τη Γερμανία.
   Η αποδοχή του «Επώνυμου Κυκλαδίτικου Προϊόντος» υπήρξε εντυπωσιακή. Μία σημαντική μερίδα των επαγγελματιών της εστίασης και της φιλοξενίας, που δεν διακατέχεται από την λογική του εύκολου κέρδους, αγκάλιασε τη νέα μπίρα. Όπως και οι τουρίστες, που ενθουσιάστηκαν με τη γεύση αλλά και με την ιδέα ότι πρόκειται για μια μπίρα που παράγεται στις Κυκλάδες – πολλοί δε από αυτούς άρχισαν να επισκέπτονται το ζυθοποιείο, για το οποίο έκανε αναφορά το «Lonely Planet», για να δουν πώς και πού παράγεται η «Νήσος».

   Σήμερα η μπίρα «Νήσος» προσφέρεται στους καλύτερους χώρους εστίασης και ψυχαγωγίας όλων των νησιών των Κυκλάδων καθώς και σε επιλεγμένα  σημεία σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, ενώ εξάγεται στην Αγγλία, τη Γερμανία και την Αυστραλία. 

Πηγή: συνέντευξη με τον κύριο Κουρή για τις ανάγκες μελλοντικής έκδοσης