Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ένας νεαρός επιχειρηματίας, ο Άρης Κεφαλογιάννης, οραματίστηκε να δημιουργήσει την κορυφαία διεθνώς ελληνική επωνυμία, συνώνυμη με ποιοτικά και πρωτοποριακά ελληνικά παραδοσιακά τρόφιμα αλλά και να προωθήσει διεθνώς μια ελληνική πολιτιστική – γαστρονομική πρόταση ζωής. Οπλισμένος με τόλμη και υπομονή, προκειμένου να αντιμετωπίσει το τέρας της γραφειοκρατίας που κατατρύχει κάθε ελληνική επιχείρηση με εξαγωγικό προσανατολισμό, θα δημιουργήσει τη Gaea (Γαία), η οποία θα καταφέρει, σήμερα, να αποτελέσει ένα πρότυπο υγιούς εξωστρεφούς επιχείρησης. Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρατήρηση – παράπονο μιας ηλικιωμένης Αγγλίδας.
   Ο σπόρος για την ίδρυση της Gaea μπήκε το 1994, όταν μια ηλικιωμένη Αγγλίδα γκουρού στο χώρο των τροφίμων συνάντησε τον Άρη Κεφαλογιάννη, γόνο της γνωστής πολιτικής οικογένειας, και του επισήμανε την παντελή απουσία ποιοτικών ελληνικών προϊόντων από τα αγγλικά σούπερ μάρκετ. Αυτή η τυχαία συνάντηση αποτέλεσε την αφορμή για τον τότε 34χρονο, που υπήρξε Ολυμπιονίκης με την εθνική ομάδα υδατοσφαίρισης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες (7η θέση) και με συμμετοχή σε δύο ακόμη Ολυμπιάδες, να παρατείνει την παραμονή του στην Αγγλία, όπου είχε ήδη αποκτήσει δύο μεταπτυχιακά διπλώματα.
   Μολονότι, σύμφωνα με την πατρική επιταγή, προορίζεται να γίνει πολιτικός ή δικηγόρος, ο πρώην πολίστας έχει άλλα σχέδια για τον εαυτό του, έχοντας μάλιστα αναπτύξει μια μικρή επιχειρηματική δραστηριότητα, με έναν Έλληνα φίλο του στο Λονδίνο. Ωστόσο, τώρα πια, έχοντας εντοπίσει μια άνευ προηγουμένου επιχειρηματική ευκαιρία, ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να κάνει.
   Η εκτεταμένη έρευνα αγοράς που διενήργησε επιβεβαίωσε τις υποψίες του αλλά και την επισήμανση της Αγγλίδας γκουρού, καθώς παρατηρήθηκε έλλειψη τυποποιημένων επώνυμων ελληνικών προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ του εξωτερικού. Η όλη ελληνική εξαγωγική παρουσία, κυρίως από ομογενείς της Αμερικής, της Γερμανίας ή της Αγγλίας, περιοριζόταν αποκλειστικά στα μπακάλικα και στις αγορές των ομογενών.
   Με γνώμονα λοιπόν ότι η Ελλάδα παράγει πληθώρα ποιοτικών προϊόντων ιδρύεται, με κεφάλαιο μόλις μερικές χιλιάδες αγγλικές λίρες, το 1995 η Gaea, με σκοπό την ανάδειξη και τη διάδοση των προϊόντων της ελληνικής γης, με αιχμή του δόρατος το λάδι και τις ελιές, στις διεθνείς αγορές.
   Το επιχειρηματικό πλάνο της εταιρείας δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Αφού πρώτα εντοπιστούν οι κορυφαίοι εισαγωγείς - διανομείς specialty food τροφίμων σε κάθε αγορά με τους οποίους η εταιρεία συνάπτει αποκλειστικές συνεργασίες, εφαρμόζεται μια στρατηγική προβολής των προϊόντων της Gaea με βάση την προώθηση της ελληνικής γαστρονομίας και κουλτούρας, η οποία ανταγωνίζεται αντάξια επιτυχημένα ιταλικά και ισπανικά brands.  
   Όπως συνήθως συμβαίνει, τα πρώτα χρόνια σε κάθε νέα αγορά είναι εξαιρετικά δύσκολα, με τις πωλήσεις να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα. Συν τοις άλλοις, η απουσία εθνικής στρατηγικής για τα ελληνικά παραδοσιακά προϊόντα ουσιαστικά αναγκάζει τη νεοσύστατη εταιρεία να χρηματοδοτεί αδιαλείπτως ενέργειες προβολής και προώθησης.
   Πρώτο προϊόν της Gaea είναι οι ελιές, οι οποίες εν τοι απουσία ιδιωτικών εγκαταστάσεων παράγονταν σε συνεργάτη της εταιρείας, με την παρθενική ωστόσο παραγγελία να είναι ελαττωματική, ενδεικτική ίσως του ερασιτεχνισμού που διακατέχει πολλές ελληνικές εταιρείες, καθώς τα μισά βαζάκια καταφθάνουν στην αποθήκη του διανομέα στην Αγγλία με λοξές ή ζαρωμένες ετικέτες. Ο ίδιος ο ιδρυτής μαζί με έναν Κινέζο εργαζόμενο και τη γυναίκα του κάνουν τη χειρωνακτική διαλογή σε 48.000 βαζάκια, μισά από τα οποία θα καταλήξουν στα σκουπίδια. Τότε ήταν που πάρθηκε και η απόφαση –παρά το μεγάλο κόστος- δημιουργίας ιδιωτικών εγκαταστάσεων παραγωγής,
   Οι ελιές ήταν μόνο η αρχή, καθώς τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν και άλλα φυσικά, χωρίς συντηρητικά, ελληνικά προϊόντα όπως το παρθένο ελαιόλαδο, τα πατέ, ελληνικές σπεσιαλιτέ όπως μελιτζανοσαλάτα και κοπανιστή, το μοναδικό Οξύμελο – βασισμένο σε αρχαία ελληνική συνταγή, μαγειρικές σάλτσες εμπνευσμένες από την ελληνική τοπική παράδοση και βασισμένες σε συνταγές διάσημων chef, τα κρητικά παξιμάδια, τα αρτοσκευάσματα, οι λιαστές ντομάτες και εσχάτως οι ελιές σε συσκευασία snack pack, μια επαναστατική καινοτομία χωρίς πρόσθετα ή συντηρητικά και με διάρκεια ζωής 12 μηνών εκτός ψυγείου, που έχει ως σκοπό να καθιερώσει την ελιά θρούμπα ως το αγαπημένο σνακ των Ευρωπαίων και όχι μόνο. Το 2009, σε μια παγκόσμια πρωτιά, τα ελαιόλαδα της Gaea πιστοποιούνται ως κλιματικά ουδέτερα, γεγονός το οποίο όχι μόνο ελαχιστοποιεί το αποτύπωμα του διοξειδίου του άνθρακα αλλά αποτυπώνει και την διαχρονική φιλοπεριβαλλοντική πολιτική της εταιρείας.
   Οι σχέσεις της Gaea μάλιστα με διάσημους chef σε μια προσπάθεια προβολής της ελληνικής γαστρονομικής κουλτούρας στο εξωτερικό οδήγησαν το 2011 την εταιρεία σε συνεργασία με την ελληνικής καταγωγής αμερικανίδα celebrity chef Cat Cora – την πρώτη γυναίκα Iron chef στην Αμερική. Μέσα από αυτή την συνεργασία, τα προϊόντα της εταιρείας επαναλανσαρίστηκαν για την αγορά της Αμερικής κάτω από το brand name Cat Coras Kitchen by Gaea, αποσκοπώντας στην εξοικείωση του καταναλωτή με τα ελληνικά προϊόντα και την υγιεινή Ελληνική Μεσογειακή διατροφή. Μάλιστα αυτή η σύμπραξη έχει και ακόμα πιο βαθιά υπόσταση καθώς μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις στην αγορά των ΗΠΑ υποστηρίζουν τον ΜΚΟ «chefs for humanity» στοχεύοντας στην καταπολέμηση της πείνας.
   Τα προϊόντα της πρωτοπόρου ελληνικής εταιρείας δεν θα αργήσουν να αποκτήσουν πιστή πελατεία σε Γερμανία, Σκανδιναβία, ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Ρωσία, Κίνα και Αυστραλία, με πιο δημοφιλές το ελαιόλαδό της, που έχει πλέον φθάσει στο νούμερο 3 στη Γερμανία και στο νούμερο 2 στη Νορβηγία. Ενδεικτικό της εξωστρέφειάς της είναι ότι, σήμερα, το 82% των πωλήσεων της πραγματοποιείται στο εξωτερικό.
   Αναμφίβολα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των προϊόντων της Gaea διαδραμάτισαν οι κατά καιρούς εγχώριες και διεθνείς βραβεύσεις της στις οποίες συμμετείχε, όπως η ανάδειξή της, το 2011, ως μία από τις 10 καλύτερες εξαγωγικές επιχειρήσεις σε όλη την Ευρώπη –σε έναν διαγωνισμό με 15.000 συμμετοχές από 32 χώρες-, καθώς και οι βραβεύσεις σε διαγωνισμούς που διενεργήθηκαν τυχαία. Όπως η διάκριση από το Γερμανικό Ινστιτούτο Καταναλωτή, το 2005, όταν, μετά από έναν τυχαίο έλεγχο στα 28 πιο δημοφιλή ελαιόλαδα στα ράφια των σούπερ μάρκετ, αναδείχθηκε καλύτερο το ελαιόλαδο της Gaea.

    Σήμερα, όλη σχεδόν η προϊοντική γκάμα της Gaea έχει βραβευτεί ουκ ολίγες φορές, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι αφενός η συνύπαρξη οράματος, σκληρής δουλειάς και υπομονής, αφετέρου η εμμονή στην ποιότητα και η υποστήριξη από αποτελεσματικό μάρκετινγκ, μπορεί να κάνει θαύματα, μεταφέροντας έτσι το άρωμα της Ελλάδας στα πέρατα της γης.