Υπήρξε μία από τις πιο ιστορικές και αναγνωρίσιμες μάρκες, που σημάδεψε την ελληνική βιομηχανία για σχεδόν ενάμιση αιώνα. Η εταιρεία Πίτσος υπήρξε συνώνυμη των ηλεκτρικών συσκευών, με κάθε ελληνικό νοικοκυριό να κατέχει ένα ψυγείο, φούρνο, κουζίνα, πλυντήριο κ.ά. που έφερε το όνομα «Πίτσος».

Η οικογένεια Πίτσος, με εκπρόσωπο τον Νικόλαο Πίτσο, ξεκίνησε το επιχειρηματικό της ταξίδι αρχικά με ένα εργαστήριο που έφτιαχνε φανάρια για τα τρόφιμα, καμινέτα, μπρίκια, στο Μοναστηράκι. Αργότερα άνοιξε ένα μαγαζάκι κατασκευής μικρών οικιακών συσκευών, όπως επιτοίχια ψυγεία νερού και αργότερα γκαζιέρες, θερμάστρες και θερμοσίφωνες λαδιού, επί της οδού Περικλέους, στο κέντρο της Αθήνας. Το ημερολόγιο τότε έγραφε 1865.

Αρκετά αργότερα, με την έλευση του ηλεκτρισμού, τα παιδιά του αδερφού του άκληρου Νικολάου θα ανοίξουν μεγαλύτερα γραφεία στους «εξωτικούς» Αμπελόκηπους, στα τότε όρια της πόλης των Αθηνών, ενώ φέρνουν μηχανήματα από τη Γερμανία.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο, στη χώρα μας συντελείται μια άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη – το «ελληνικό οικονομικό θαύμα» χαρακτηρίστηκε για χρόνια από ετήσια ανάπτυξη που ξεπερνούσε το 7%. 

Επρόκειτο για μια περίοδο κατά την οποία ακόμα και οι ασθενέστεροι οικονομικά, αρκετοί εκ των οποίων είχαν "μεταναστεύσει" στις μεγάλες πόλεις, μπόρεσαν να αγοράσουν για το νοικοκυριό τους αγαθά τελευταίας τεχνολογίας που τους έλυναν τα χέρια. Η εταιρεία, με τη διαφήμισή της να λέει «Πίτσος. Εμπιστοσύνη», όντως κέρδισε την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, που αγόραζε ηλεκτρικές οικιακές συσκευές και μετέπειτα ψυγεία Πίτσος (παρασκευάστηκαν ακόμη και τηλεοράσεις, που ωστόσο απευθύνονταν στην εύπορη τάξη) που θα διαρκούσαν μια ζωή.

Το μεγάλο και υπερσύγχρονο εργοστάσιο της, που ανεγέρθηκε στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, «τάιζε» τα χρόνια εκείνα πάνω από 2.200 οικογένειες. 

Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο 103χρονος Απόστολος Πίτσος, ο τελευταίος εν ζωή της επιχειρηματικής οικογένειας Πίτσος, οι σχέσεις με το προσωπικό ήταν οικογενειακές. Κάθε Χριστούγεννα μοιράζονταν σε κάθε εργαζόμενο  γαλοπούλες το Πάσχα και μισό αρνί. Στο εργοστάσιο υπήρχε κοινωνική λειτουργός, ενώ οργανώνονταν εκδρομές με ξεναγούς σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους. Η επιχείρηση είχε μάλιστα νοικιάσει κατασκήνωση στον Πόρο για τα παιδάκια και καταλύματα για τις οικογένειές τους…

Ωστόσο, στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης τα δεδομένα αλλάζουν. Δύο απεργίες προκαλούν μεγάλα προβλήματα στην παραγωγή, με αποκορύφωμα το προσωρινό κλείσιμο της επιχείρησης. Οι 1.500 εργαζόμενοι, στους οποίους έχουν διεισδύσει και διάφοροι «εγκάθετοι» διαφόρων κομμάτων και οι οποίοι καλλιεργούν τη διχόνοια (τα χρόνια εκείνα τα συνδικάτα και οι κάθε λογής συνδικαλιστές θα έσπρωχναν τη βιομηχανία προς τα πίσω), διεκδικούν γενναίες αυξήσεις στους μισθούς (της τάξης του 35%) και αναπροσαρμογή του επιδόματος παραγωγής. Σε μεγάλο βαθμό τα αιτήματά τους θα ικανοποιηθούν, ωστόσο το γυαλί έχει ραγίσει.

Εκείνη την περίοδο, σε μια εποχή όπου η χώρα μας βρίσκεται με το ένα πόδι στην ΕΟΚ, ο Απόστολος Πίτσος βρίσκονταν ήδη σε διαπραγματεύσεις για τη συμμετοχή Γερμανών στην εταιρεία. Εντέλει πήρε τη μεγάλη απόφαση το 1977: ο γερμανικός όμιλος Bosch-Siemens Hausgeräte GmbH εξαγόρασε το 60% της Πίτσος και η Siemens A.E. Hellas το 20% (το 1996 μετονομάστηκε σε «BSP Α. Β. Ε. Οικιακών Συσκευών» και αργότερα σε «BSH Οικιακές Συσκευές»).

Για τον ίδιο, που ήταν γνώστης της γερμανικής κουλτούρας και φιλοσοφίας (είχε σπουδάσει στη Γερμανία), η μόνη λύση, ώστε να μπορέσει να επιβιώσει μια ελληνική επιχείρηση στις νέες αυτές συνθήκες που διαμορφώνονται ήταν η προσκόλληση σε έναν μεγάλο ξένο παίκτη (και δη Γερμανό). Απέρριπτε κάθε συζήτηση για συνένωση των κορυφαίων ελληνικών εταιρειών του χώρου, θεωρώντας ότι δεν θα μπορούσαν να σταθούν με αξιώσεις όταν ανοίξει η αγορά. 

Για λόγους μάρκετινγκ οι νέοι ιδιοκτήτες επιλέγουν να μην αλλάξουν την επωνυμία «Πίτσος Α.Ε.» (διατηρώντας και τον κ. Πίτσο στο τιμόνι για πέντε ακόμα χρόνια), με την παραγωγή να συνεχίζεται κανονικά στην κεντρική μονάδα παραγωγής του Ρέντη – πλέον προστέθηκε και η παραγωγή των επαναστατικών ψυγείων Non Frost.

Διαβάστε ακόμα Η ιστορία της ΙΖΟΛΑ

Το 2005 η εγχώρια μονάδα παραγωγής πουλάει 400.000 προϊόντα ετησίως, εκ των οποίων το 30% προορίζεται για εξαγωγή, σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή. Όμως σύντομα, λόγω κυρίως της δυσμενούς κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα των μνημονίων, η εταιρεία θα απαξιωνόταν. Οι τίτλοι τέλους για το εργοστάσιο στου Ρέντη γράφτηκαν σχετικά πρόσφατα, με την παραγωγή να μεταφέρεται στην πιο «φθηνή» Τουρκία. Το brand name Pitsos σύντομα θα περνούσε στην Ιστορία.