Τα σακουλάκια του τσαγιού ανακαλύφθηκαν τυχαία το 1908, όταν ο έμπορος τσαγιού Thomas Sullivan θεώρησε ότι ήταν φθηνότερο να στείλει μικρά δείγματα σε εν δυνάμει πελάτες μέσα σακουλάκια από μετάξι παρά σε κουτιά. Οι περισσότεροι αποδέκτες θεώρησαν ότι τα φακελάκια αυτά προορίζονταν για να βυθιστούν στο ζεστό νερό, όχι για να διαχωριστούν από τα φύλλα τσαγιού.

Ο Sullivan άρχισε να δέχεται αμέτρητες παραγγελίες, όμως τότε προέκυψε ένα πρόβλημα. Οσοι είχαν βουτήξει τα φακελάκια μέσα στο νερό παραπονέθηκαν επειδή παρέλαβαν το τσάι μέσα σε κουτάκια. Τότε ο Sullivan αντιλήφθηκε την πρακτικότητα που είχαν τα σακουλάκια τσαγιού και σύντομα προσαρμόστηκε στις ανάγκες της αγοράς – αργότερα θα αντικαθιστούσε το μετάξι με την, πιο φθηνή και πιο αποτελεσματική, γάζα).
Η καθιέρωσή τους θα λάβει χώρα λίγα χρόνια αργότερα, όταν μία γερμανική εταιρεία αντέγραψε την ιδέα και την ανέπτυξε κατά τη διάρκεια του πολέμου, στέλνοντας στους στρατιώτες τσάι με αυτό τον τρόπο. Σύντομα, οι «βόμβες τσαγιού», όπως τις αποκαλούσαν, θα εξαπλώνονταν και θα έφθαναν σε κάθε ευρωπαϊκό νοικοκυριό.