Όταν κάποτε η διοίκηση της Ολυμπιακής παραπονέθηκε στον Αριστοτέλη Ωνάση ότι είχαν κλαπεί από επιβάτες πολλά από τα επίχρυσα μαχαιροπίρουνα, εκείνος λέγεται ότι απάντησε: «Ας προτιμούν την εταιρεία μου ακόμη και αν με κλέβουν». Η απάντηση ήταν ενδεικτική της αντίληψης του Έλληνα Κροίσου, ο οποίος επιθυμούσε ο πελάτης που πετάει με την Ολυμπιακή να αισθάνεται βασιλιάς. Ήταν η εποχή που η Ολυμπιακή όχι μόνο πετούσε και στις πέντε ηπείρους, αλλά θεωρείτο και η καλύτερη αεροπορική εταιρεία παγκοσμίως.
   Ο Αριστοτέλης Ωνάσης, που είχε καταφθάσει ως πρόσφυγας στην Ελλάδα το 1922 από τη Μικρά Ασία, είχε καταφέρει, χάρη στο εμπόριο καπνού και αργότερα εκμεταλλευόμενος τα πετρελαιοφόρα του, να καταστεί από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο. Εξακολουθούσε, όμως, να αναζητά την διεθνή αναγνώριση και καταξίωση, την πραγματική δόξα, η οποία, όπως αποδείχθηκε, βρισκόταν στους αιθέρες.
   Όταν λοιπόν το 1954 η ΤΑΕ (Τεχνικές Αεροπορικές Εκμεταλλεύσεις), η μοναδική έως τότε αεροπορική εταιρεία στην Ελλάδα, η οποία είχε συσταθεί το 1935 με κύριο αντικείμενο την εκπαίδευση χειριστών και την εκτέλεση ναυλωμένων πτήσεων, αδυνατούσε ακόμη και να πληρώσει τα καύσιμά της, πέρασε στο Δημόσιο, που αναζήτησε, χωρίς επιτυχία, υποψήφιο αγοραστή. Τότε, εμφανίζεται «ως από μηχανής θεός» ο Αρ. Ωνάσης, ο οποίος την αγοράζει έναντι δύο εκατομμυρίων δολαρίων. Πολλοί ήταν τότε που χαρακτήρισαν την κίνηση αυτή βλακώδη και καταδικασμένη να αποτύχει, διατεινόμενοι ότι οι Έλληνες δεν δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις αεροπορικές συγκοινωνίες.
  Η χώρα μας μόλις είχε αποκτήσει ένα νέο εθνικό αερομεταφορέα, με την επωνυμία Ολυμπιακή Αεροπορία, πάγια τακτική του ιδρυτή της να συνδέει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες με την αρχαία Ελλάδα. Ο δε 50χρονος τότε εφοπλιστής είχε μόλις γίνει ο δεύτερος άνθρωπος στον κόσμο, πίσω από τον Χάουαρντ Χιουζ της TWA (από τον οποίο, λέγεται, ότι κόλλησε, σε μια συνάντησή τους, το μικρόβιο να ‘’πετάξει’’), που θα είχε τη δική του αεροπορική εταιρεία.
  Εν μια νυκτί, στις 6 Απριλίου 1957, ότι είχε σχέση με την ΤΑΕ θα εξαφανιζόταν. Χρώματα αεροπλάνων (ο τότε στόλος περιελάμβανε 14 ελικοφόρα αεροσκάφη), διακριτικά και στολές θα άλλαζαν σε ύφος και χρωματισμούς. Το ασημί και το μπλε θα κυριαρχούσαν παντού. Ως λογότυπο ο Αρ. Ωνάσης επιλέγει τους κύκλους των Ολυμπιακών Αγώνων, με μόνη διαφορά, για να μην κατηγορηθεί για αντιγραφή από την Ολυμπιακή Επιτροπή, την ύπαρξη ενός ακόμη κύκλου (έξι συνολικά) και την τοποθέτησή τους σε όρθια θέση.
  Τα επόμενα 16 χρόνια, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η χρυσή εποχή της Ολυμπιακής, η οποία θα απλώσει με επιτυχία τα φτερά της και στις πέντε ηπείρους. Όπως είχε πει και ο ιδρυτής της, «η Ολυμπιακή είναι η μεγαλύτερη επένδυση στη χώρα από την εποχή του Κολοκοτρώνη μέχρι τον Καραμανλή». Και μάλλον δεν είχε άδικο, αν αναλογιστούμε τα επίχρυσα μαχαιροπίρουνα, τις σχεδιασμένες από τον Πιερ Καρντέν και την Κοκό Σανέλ στολές των αεροσυνοδών, τα κρυστάλλινα ποτήρια, τα πορσελάνινα πιάτα, τα κεριά πάνω στα τραπεζάκια της πρώτης θέσης, ακόμα και το πιάνο, το οποίο σκόπευε να τοποθετήσει στα μεγάλα αεροσκάφη.
   Ο Αρ. Ωνάσης, φυσικά, δεν θα άφηνε τίποτα στην τύχη. Το προσωπικό της «κοπελιάς του», όπως αποκαλούσε χαϊδευτικά την Ολυμπιακή, έπρεπε να εκπέμπει ζεστασιά, ‘’να μυρίζει Ελλάδα’’. Χαμόγελο, καλή εμφάνιση (στη δεκαετία του ’60 η εταιρεία του διέθετε τις πιο ευπαρουσίαστες αεροσυνοδούς), ευγένεια, ηρεμία και ‘’στρατιωτική’’ πειθαρχία χαρακτήριζε όλες τις κοπέλες που εργάζονταν για την Ολυμπιακή Αεροπορία.
   Όμως, ο πολυμήχανος Σμυρνιός ήξερε πως θα έκανε γνωστή την εταιρεία του στα πέρατα του κόσμου. Ο ίδιος φρόντιζε ώστε όλες οι προσωπικότητες που κατέφθαναν στο Σκορπιό ή στη ‘’Χριστίνα’’ να φθάσουν στην Ελλάδα πετώντας με Ολυμπιακή. Για να βεβαιωθεί ότι η εικόνα αυτή θα ταξίδευε παντού, προσέλαβε φωτογράφο να τους φωτογραφίζει στη σκάλα με τρόπο ώστε να φαίνεται το σήμα της Ολυμπιακής.
  Αν σε όλα αυτά προστεθεί η ευνοϊκή αντιμετώπιση του κράτους (μονοπώλιο στις πτήσεις εσωτερικού, φοροαπαλλαγές, επιδοτήσεις κ.λπ.), καθώς και ο πλέον υπερσύγχρονος στόλος της, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η Ο.Α δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από τις παγκόσμιες αεροπορικές δυνάμεις της εποχής. Ο εθνικός αερομεταφορέας ζούσε ιστορικές στιγμές, καθώς θεωρείτο από πολλούς διεθνώς ως η καλύτερη αεροπορική εταιρεία στον κόσμο. Εξάλλου, δεν ήταν τυχαίο ότι όλο το διεθνές τζετ σετ πετούσε με τον ελληνικό αερομεταφορέα, πολλοί μάλιστα μόνο και μόνο για να απολαύσουν το ‘’θρυλικό’’ της σέρβις.
   Παρ’ όλα αυτά, η Ο.Α δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να χαρακτηριστεί ως ‘’χρυσοτόκος όρνιθα’’. Μπορεί να πέρασε τον Ατλαντικό το 1966, να έφθασε μέχρι το Ναϊρόμπι το 1968 και το Σίδνεϊ το 1972, κατορθώνοντας έτσι να γίνει ‘’η εταιρεία των πέντε ηπείρων’’, εξαιτίας όμως της χλιδής, της αύξησης των τιμών των καυσίμων και των υπερβολικών προνομίων μέρους του προσωπικού θα συσσώρευε τεράστια χρέη, τα οποία τα πλήρωνε τόσο ο ιδιοκτήτης της όσο και το ελληνικό κράτος με τη μορφή επιδοτήσεων.
  Η χρυσή εποχή της Ολυμπιακής Αεροπορίας θα λήξει άδοξα το 1975, όταν ο τραγικός θάνατος του μονάκριβου γιου του Ωνάση, Αλέξανδρου, αλλά και η μυασθένεια που προσέλαβε τον ίδιο κατάβαλε την ψυχική και σωματική του υγεία. Ο Αρ. Ωνάσης πια είχε χάσει κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή, πόσω μάλλον για την «κοπελιά» του, την οποία πουλάει, πριν πεθάνει, στο ελληνικό δημόσιο για 68 εκατ. δολάρια.
   Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά. Η Ο.Α μπορεί να εκσυγχρονίζονταν συνεχώς και να επεκτεινόταν σε κάθε άκρη του κόσμου, χωρίς ποτέ να καταγραφεί ούτε ένα δυστύχημα στο παθητικό της, όμως θα παρέμενε έρμαιο του ελληνικού δημοσίου, κουβαλώντας όλες τις παθογένειές του – καταλήγοντας, το 2008, και μετά από πολλές περιπέτειες, στον Ομιλο MIG. Για χρόνια αποτέλεσε τη δεξαμενή όπου κατέληγαν όλα τα ‘’ρουσφέτια’’ των πολιτικών της χώρας μας, με αποτέλεσμα σύντομα το προσωπικό της να καταστεί όχι μόνο υπεράριθμο και αμφιβόλου ποιότητας, αλλά και προνομιούχο (οι κακές γλώσσες διατείνονταν ότι ‘’βασιλιάς’’ τότε ήταν το προσωπικό, χάρη στα υπερβολικά προνόμια που λάμβανε). Ο πελάτης είχε πάψει πλέον να απολαμβάνει ότι απολάμβανε επί εποχής Ωνάση. Ακόμα και οι στολές του προσωπικού, που άλλοτε επιλέγονταν από τα σαλόνια του Παρισιού και του Μιλάνου, αγοράζονταν από αποθήκη στο Παγκράτι…