Η δεκαετία του 1880 υπήρξε μία εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για την ελληνική οικονομία, καθώς ο αλόγιστος εθνικός δανεισμός τη φέρνει στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής. Συν τοις άλλοις, η διάθεση του 40-50% των εσόδων για την πληρωμή προηγούμενων χρεών, η κατάρτιση διαδοχικών ελλειμματικών προϋπολογισμών, καθώς και η κατακόρυφη πτώση στις εξαγωγές του βασικού ελληνικού εξαγωγικού προϊόντος, της σταφίδας, λόγω της ανάκαμψης των γαλλικών εξαγωγών, θα επιφέρουν το μοιραίο. Η χώρα μας, για μια ακόμη φορά, θα κηρύξει πτώχευση, με τον Χαρίλαο Τρικούπη να αναφωνεί στην Βουλή το ιστορικό «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», μια φράση που ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά της Βουλής, και θα προχωρήσει μονομερώς στη διακοπή αποπληρωμής δανείων που είχε λάβει από το εξωτερικό.
   Τα δύσκολα εκείνα χρόνια και συγκεκριμένα το 1890, ο Στέλιος Τριανταφύλλου ανοίγει ένα μαγαζί-εργαστήρι γυναικείων υποδημάτων στην πλατεία Συντάγματος, μεταξύ των οδών Ερμού και Καραγιώργη Σερβίας. Το 1910 το μαγαζί μετακομίζει στη σημερινή του θέση, στην πλατεία Κολοκοτρώνη, σε ένα κτίριο που ήταν το πρώτο στην Αθήνα που είχε κατασκευαστεί με σκυρόδερμα από Ιταλούς τεχνίτες. Με τη συμβολή του ανιψιού του, Κομνηνού Καλογήρου, ο οποίος αργότερα θα αναλάβει τα ηνία του καταστήματος, οι δύο τεχνίτες θα ξεχωρίσουν και θα καταστούν οι υποδηματοποιοί της βασιλικής οικογένειας.
   Ο Κομνηνός Καλογήρου, το έβδομο παιδί ξυλουργού από τη Σίφνο, είχε καταφθάσει στον Πειραιά σε ηλικία 13 ετών, μόνος με ένα πουγκί κρεμασμένο από το λαιμό με 25 δραχμές μέσα. Περνώντας από το Σύνταγμα, είδε στην πόρτα του υποδηματοποιείου Τριανταφύλλου αγγελία ότι «ζητείται μικρός». Η μοίρα του είχε μόλις σφραγιστεί.
   Καταρχήν, αγάπησε και παντρεύτηκε την ανιψιά του Τριανταφύλλου και όταν πια ήρθε η ώρα του Τριανταφύλλου να αποχωρήσει, ανέλαβε το κατάστημα, το οποίο μετονόμασε σε «Καλογήρου» σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τη χώρα, η οποία σημαδεύτηκε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και κατατάχθηκε στο πολεμικό ναυτικό, τη Μικρασιατική καταστροφή και το Κραχ του 1929, όταν αναγκάστηκε να επινοικιάσει ένα τμήμα του μαγαζιού, μια απώλεια που ποτέ δεν ξεπέρασε – μόλις το 2005, οι απόγονοί του θα κατάφερναν να το επανακτήσουν και να επαναφέρουν το κατάστημα στην αρχική του μορφή.
   Ακολούθησε ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος και ο εμφύλιος σπαραγμός, περίοδος κατά την οποία το εργαστήριο λειτουργούσε στο υπόγειο του σπιτιού του. Όλα αυτά όμως δεν κατάφεραν να κάμψουν την εργατικότητα και την ευρηματικότητά του, καταφέρνοντας μάλιστα να επεκτείνει τη δραστηριότητά του, πέρα από τις παραγγελίες, στο έτοιμο υπόδημα, με αιχμή του δόρατος τα καλοκαιρινά πέδιλα, που παρασκεύαζε σε καλαπόδια δικής του παραγωγής.   
   Ωστόσο, οι κακουχίες, οι στερήσεις και ο ατέρμονος αγώνας για την επιβίωση εξασθένησαν την καρδιά του Κομνηνού Καλογήρου, με αποτέλεσμα να αφήσει την τελευταία του πνοή το 1948 σε ηλικία μόλις 58 ετών. Αναλαμβάνει η κόρη του, Άννα, που μπαινόβγαινε στο εργαστήριο από μικρή ηλικία, όντας από τις πρώτες γυναίκες επιχειρηματίες στην Ελλάδα, η οποία θα αφιέρωνε όλη της τη ζωή, μέχρι το θάνατό της το 2006, για να συνεχίσει την ένδοξη πορεία του προκατόχου της.
   «Η κυρία Άννα», όπως την αποκαλούσαν οι Αθηναίες πελάτισσές της, ήταν η ψυχή της Καλογήρου χάρη στο απαράμιλλο γούστο, τη φινέτσα και το κοφτερό της πνεύμα. Συνοδοιπόρο στο δύσκολο έργο είχε το σύζυγό της, Φραγκίσκο Λεμονή, ασυρματιστή στο επάγγελμα, που αποφάσισε να αφήσει τη θάλασσα, για να ασχοληθεί, τo 1950, με το υπόδημα και την οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ψυχορραγούσε – με πωλήσεις που μετά βίας ξεπερνούσαν τα δύο τεμάχια σε ημερήσια βάση.
   Όντας φύση περίεργη και φιλομαθής, ταξιδεύει στις εκθέσεις του εξωτερικού και δημιουργεί προσωπικές επαφές με τους μαέστρους του είδους σε Ιταλία και Γαλλία. Μυημένος στα μυστικά της υψηλής υποδηματοποιίας, θα εισαγάγει μια σειρά καινοτομιών για την ελληνική πραγματικότητα, αφού εκείνη την εποχή τα παπούτσια φτιάχνονταν αποκλειστικά στο χέρι από τον τσαγκάρη, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι, από αισθητικής τουλάχιστον απόψεως, κάτω του μετρίου.
   Έτσι λοιπόν δημιουργεί το 1957, στο Περιστέρι, το πρώτο εργοστάσιο μηχανικής παραγωγής υποδημάτων στην Ελλάδα, στα πρότυπα του προσωπικού μέντορά του και κορυφαίου τότε ιταλού κατασκευαστή, Bruno Magli, καθιστώντας σύντομα το όνομα «Καλογήρου» συνώνυμο της κομψότητας και του στυλ. Πρωτοπορεί όμως και στον τομέα των εργασιακών σχέσεων, καθιερώνοντας την πληρωμή των εργατών του με ημερομίσθιο, αντί με το κομμάτι παραγωγής, κίνηση που θα εκτοξεύσει την παραγωγικότητά τους. Η αναγνώριση, ωστόσο, θα έρθει, το 1963, και από το εξωτερικό, με την Αγγλία να απορροφάει το 30% της ημερήσιας παραγωγής του εργοστασίου.
   Τη δεκαετία του '60 η μία καινοτομία διαδέχεται την άλλη, με τα υποδήματα Καλογήρου να συστήνουν στις Ελληνίδες το πλαστικό τακούνι, τις αγκράφες, τις χρωματιστές φόδρες στο εσωτερικό, τους φιόγκους, αλλά και νέα υλικά όπως η ψάθα, το νάιλον και το φίδι. Από το κατάστημα στην οδό Κολοκοτρώνη, που είχε την τύχη να γειτνιάζει με το θέατρο «Κεντρικόν» στο οποίο πρωταγωνιστούσαν τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, θα περνούσαν οι ομορφότερες και κομψότερες γυναίκες της αθηναϊκής ελίτ, όπως η Ειρήνη Παπά, η Ιλία Λυβικού, η Βέρα Κρούσκα και πολλές άλλες.
   Μέχρι το 1968, όταν τη σκυτάλη θα αναλάβει ο Κομνηνός Λεμονής, γιος του Φραγκίσκου και της Άννας, η επωνυμία «Καλογήρου» μετρούσε ήδη τέσσερα καταστήματα. Στα χρόνια του, το δίκτυο καταστημάτων θα διευρυνθεί και οι εξαγωγές θα επεκταθούν, με τα υποδήματα Καλογήρου να τοποθετούνται στις προθήκες των διασημότερων πολυκαταστημάτων του κόσμου, όπως το Bloomingdales στη Νέα Υόρκη.
   Τη δεκαετία του ’80, ο Κομνηνός Λεμονής με τη σύζυγό του Mαρίνα, θα ανοίξουν το πρώτο ελληνικό salon store, όπως το αποκάλεσε η γαλλική Vogue, όπου κυριαρχούσαν οι αναπαυτικοί καναπέδες, τα πολυτελή χαλιά και οι αντίκες, ενώ, με το άνοιγμα των συνόρων, θα φέρουν στην Ελλάδα επώνυμα brands, όπως Prada, Casadei και Sergio Rossi.

   Στις αρχές του 21ου αιώνα, το μικρό κατάστημα Καλογήρου είχε πια εξελιχθεί σε όμιλο επιχειρήσεων -τα ηνία του οποίου κατέχει πλέον η τέταρτη γενιά Καλογήρου, οι τρεις γιοι του Κομνηνού Λεμονή-  με πολλά ακόμα επώνυμα καταστήματα σε Ελλάδα, Κύπρο, Βουλγαρία και Μάλτα. 
   Δυστυχώς στα χρόνια της κρίσης, η επιτυχημένη πορεία της ιστορικής επιχείρησης θα ανακοπεί, οι πωλήσεις θα συρρικνωθούν (μείωση 50% από το 2008 έως το 2016), τα χρέη θα διογκωθούν, ενώ η αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή δεν θα ευδοκιμήσει, με αποτέλεσμα σήμερα το μέλλον της Καλογήρου να φαντάζει αβέβαιο - ήδη ορισμένα σημεία πώλησης έχουν κατεβάσει ρολά.

Πηγή: παλαιότερη συνέντευξη που μου παραχώρησε η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του Ομίλου Καλογήρου, Γρηγορίου Χρύσα.